Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

PHIL MILLER (1949-2017)

Πέθανε προχθές ένας πολύ σημαντικός μουσικός, κιθαρίστας του ροκ, για τον οποίο δεν πρόκειται να γράψει κανένας στην Ελλάδα. Θα γράψουν (έγραψαν) δυο-τρεις άνθρωποι στο facebook ένα “RIP” κι εκεί θα τελειώσει η ιστορία.
Για τον Phil Miller ο λόγος, που έφυγε από τη ζωή στα 68 χρόνια του, έχοντας καταφέρει πιο πριν να συνδέσει το όνομά του με ΤΗΝ κιθάρα της Σχολής του Canterbury. Αν το Canterbury rock ήταν, είναι και θα παραμείνει η βάση κάθε αισθητικής ατασθαλίας ΜΕ ΥΨΗΛΟ ΝΟΗΜΑ στο χώρο του ροκ, πέραν από εποχές και στυλ, ο Phil Miller ήταν, μαζί με 2-3 άλλους, εκείνος που συνέβαλε στη συγκρότηση και στήριξη του συγκεκριμένου ήχου.
Αυτές είναι οι βασικές μπάντες από τις οποίες πέρασε: Carol Grimes & Delivery, Caravan, Matching Mole, Hatfield and The North, National Health, In Cahoots, Short Wave.
Στη φωτογραφία (άνω) βλέπουμε τον Phil Miller στο Facelift (Σεπτέμβρης 1996), το top περιοδικό για την Canterbury Scene. Μακάρι να είχα χρόνο να κάτσω να μεταφράσω συνέντευξη κ.λπ.
Να πούμε ακόμη πως ο Phil Miller εικονίζεται στο δεύτερο LP των Matching Mole, το “Little Red Record” [CBS, 1972] να κρατάει το Μικρό Βιβλιαράκι του Μάο. Το γράφω γιατί είναι βασικό και δεν έχει εντοπιστεί (πως το κρατάει εκείνος εννοώ). Με το αυτόματο είναι ο Dave McRae, δίπλα του ο Robert Wyatt και με το φλάμπουρο ο Bill MacCormick.
Το “God song”, που ακολουθεί, σ’ αυτήν ακριβώς την εκτέλεση με τον Robert Wyatt (χωρίς κιθάρα) ήταν κατά τον ίδιο τον Phil Miller το ωραιότερο τραγούδι, που έγραψε ποτέ…
 

Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

JOHN VANORE τιμή στον μέγα Oliver Nelson

Μηχανικός ήχου και παραγωγός, μα ακόμη ενορχηστρωτής και διευθυντής ορχήστρας, ο John Vanore πράττει εδώ κάτι σημαντικό – και για τον ίδιο και για τη σύγχρονη jazz γενικότερα. Επαναφέρει στο τώρα, μέσω μιας σύγχρονης και πλούσιας παραγωγής, την αειθαλή μουσική του συνθέτη και μέγα ενορχηστρωτή Oliver Nelson (πέθανε στα 43 του, το 1975). Ένα tribute λοιπόν στη φοβερή αυτή μορφή της jazz έχουμε εδώ, τον άνθρωπο που ηχογράφησε αριστουργήματα στα sixties κυρίως, καθώς μερικά από τα άλμπουμ του (“The Blues and the Abstract Truth”, “More Blues and the Abstract Truth”, “Sound Pieces” κ.λπ.) είναι κάτι σαν «άγια δισκοπότηρα» για τη μεγάλη μαύρη μουσική… ανά τους αιώνες.
Ο Vanore φτιάχνει φυσικά μια μεσαία ορχήστρα, για να αντιμετωπίσει το έργο τού Oliver Nelson. Δύο σαξοφωνίστες, τέσσερις τρομπετίστες, δύο τρομπονίστες, δύο κορνίστες και ακόμη… πιάνο, μπάσο, ντραμς, κιθάρα και κρουστά (σύνολο 15 άτομα δηλαδή), δημιουργώντας το κατάλληλο υπόβαθρο για τις δικές του… τιμές και παρεμβάσεις.
Όπως γράφει και ο ίδιος, στο πολύ περιποιημένο “Stolen Moments / Celebrating Oliver Nelson” [Acoustical Concepts Inc., 2017], γνώρισε τον Oliver Nelson το 1966 στο jazz camp του Indiana University – μια γνωριμία, που του άλλαξε τη μουσική ζωή του. Σκύβει λοιπόν, ο Vanore, στο έργο του Nelson και επαναφέρει στο τώρα μέσω διακεκριμένων σύγχρονων οργανοπαικτών (Steve Wilson, Ryan Keberle, Mike Richmond, Danny Gottlieb κ.ά.) μια σειρά δημιουργιών του θρύλου μουσικού, διασκευάζοντάς τες με γνώση και με κέφι. 
Το ρεπερτόριο είναι, με άλλα λόγια, το κλειδί, όπως ισχυρίζεται και ο Vanore. Και απ’ αυτό το ρεπερτόριο δεν θα μπορούσε να λείπει ένα μάλλον υποτιμημένο αριστούργημα του Nelson, το φοβερό LP “Black, Brown and Beautiful”, που τυπώθηκε το 1970 για την Flying Dutchman του Bob Thiele. Από ’δω ο Vanore διαλέγει για lead track κιόλας το “Self-help is needed”, ένα εκπληκτικό groovy hard bop, με το άλτο του Steve Wilson να πετάει φωτιές. Από το ίδιο LP μάλιστα ο Vanore διαλέγει κι άλλο ένα κομμάτι για να διασκευάσει, το “I hope in time a change will come”, με το σοπράνο αυτή τη φορά του Wilson να αποδίδει την μαγική μελωδία. Φυσικά, εδώ δεν ενορχηστρώνονται μόνον οι μεγάλες και διαχρονικές συνθέσεις του Nelson (“Stolen moments”, “Blues and the abstract truth”…), αλλά και στάνταρντ που δεν έλειπαν ποτέ από το ρεπερτόριο του μεγάλου arranger (“St. Louis blues”, “Greensleeves”). Και σ’ αυτά ο John Vanore κάνει εξαιρετική δουλειά (το “Greensleeves” με το τρομπόνι του Keberle σε πρώτο πλάνο είναι «άσσος»), δείχνοντας την αγάπη του και για τις δουλειές του Oliver Nelson (μπροστά και πίσω από τα φώτα), αλλά και τη δική του αξία σαν ενορχηστρωτής και διευθυντής ορχήστρας.
Καταπληκτικό άλμπουμ!
Επαφή: www.johnvanore.net

Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

ΛΟΥΚΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ χούντα και ομοφυλοφιλία – διαβάζοντας τον «Καιάδα»

Τρέφω ιδιαίτερη εκτίμηση για το έργο του Λουκά Θεοδωρακόπουλου (1925-2013). Και για το ποιητικό του, και για το πεζογραφικό, και για το μεταφραστικό, και για εκείνο το έργο του που συνδέθηκε από πολύ νωρίς με τον ομοφυλόφιλο ακτιβισμό (το ΑΚΟΕ, το περιοδικό Αμφί κ.λπ.).
Ο Θεοδωρακόπουλος ήταν αριστερός, είχε συμμετάσχει ενεργά στο αντάρτικο, είχε βιώσει την Ελλάδα του χαφιέ, του χίτη και του μετέπειτα κυνηγητού της Δεξιάς και ερχόμενος από την επαρχία (Άμφισσα) στην Αθήνα θα τυπώσει την πρώτη ποιητική συλλογή του, το Σχήμα Κραυγής, το 1954.
Εκείνα τα χρόνια και τουλάχιστον μέχρι το 1971, όταν θα κάνει την πρώτη μετάφρασή του για τον Κέδρο (το βιβλίο τού Βηρ Γκόρντον Τσάιλντ Ο Άνθρωπος Πλάθει τον Εαυτό του), ο Θεοδωρακόπουλος δεν ζούσε από τα γραπτά και τις μεταφράσεις του (δούλευε σε εργοστάσιο ως λογιστής). Παρά ταύτα είχε αρχίσει να ξετυλίγει σιγά-σιγά και το πεζογραφικό ταλέντο του, καθώς εκείνη ακριβώς τη χρονιά (1971) δίνει το μοντέρνο μυθιστόρημά του Ραντεβού με τον Πύργο του Άιφελ [Κέδρος], που είχε εντυπωσιάσει ακόμη και τον Κώστα Ταχτσή, ο οποίος και το προτείνει για να μεταφραστεί στα αγγλικά από τις εκδόσεις Penguin (που είχαν τυπώσει, σε δεύτερη αγγλική έκδοση, Το Τρίτο Στεφάνι το 1969). Δεν συνέβη.
Είχαν προηγηθεί το ποιητικό Μυθολογία της Ξάνθης, που τυπώθηκε τις πρώτες μέρες του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου και βασικά ένα περιστατικό, μέσα στη δικτατορία πια, που αποτέλεσε την πρώτη ύλη για το δεύτερο πεζογράφημά του, το Καιάδας / Χρονικό μιας πολιορκίας, που θα μπορούσε να είχε τυπωθεί –λέμε τώρα– επί δικτατορίας (αναφέρεται ως προσεχής τίτλος στο Ραντεβού με τον Πύργο του Άιφελ, το φθινόπωρο του ’71), αλλά τυπώθηκε τελικώς τον Μάρτιο του ’76 από τον Εξάντα.
Τι ήταν ο Καιάδας;
Ένα αφήγημα-ντοκουμέντο, ένα γραπτό χρονικό της περιπέτειας που έζησαν καμμιά τριανταριά «ανώμαλοι τύποι» σ’ ένα σπίτι τής Καλογρέζας, τον Οκτώβριο του ’68, όταν μετά από μια καρφωτή βρέθηκαν μπουζουριασμένοι στην Ασφάλεια με ανύπαρκτη, επί της ουσίας, κατηγορία.
Ο Θεοδωρακόπουλος, που προφανώς κρατούσε κάποιου είδους ημερολόγιο, γράφοντας το αφήγημά του συν τω χρόνω, φαίνεται πως ξεκίνησε αμέσως μετά το βασικό γεγονός, φθάνοντας έως και τη δίκη των οικοδεσποτών δυο χρόνια αργότερα. Για να δούμε όμως κάποιες λεπτομέρειες…

Ο Λουκάς Θεοδωρακόπουλος στα τέλη της δεκαετίας του '60
Να ξαναπούμε, λοιπόν, πως το βιβλίο αφορά σ’ ένα πραγματικό περιστατικό που συνέβη την 26η Οκτωβρίου 1968 (ανήμερα του Αγίου Δημητρίου), όταν, σ’ ένα σπίτι στην Καλογρέζα, συνελήφθηκαν τριάντα άνθρωποι που διασκέδαζαν σε μια γιορτή (με τον συγγραφέα παρόντα). Η αστυνομία είχε μπει στο σπίτι από νωρίς, πριν καταφθάσουν όλοι οι καλεσμένοι, επειδή είχε πληροφορίες πώς θα συνέβαιναν… όργια, τα οποία και ήθελε να προλάβει. Το χαζό κόλπο εξέθετε, πρώτα-πρώτα, εκείνους τους βλάκες που το σκέφτηκαν. Αν η αστυνομία πήγαινε «μετά» θα διακινδύνευε να φύγει με άδεια χέρια. Πηγαίνοντας όμως «πριν», άφηνε να υπονοηθεί πως είχε προλάβει… το κακό, σώζοντας την κοινωνία, σε μια τυπική για την περίπτωσή της «επιχείρηση αρετή».
Ενταγμένη μέσα σε μια προσωπική προσπάθεια τού διαβόητου συνταγματάρχη Ιωάννη Λαδά (γενικός γραμματέας, τότε, του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως και όχι υπουργός, όπως αναφέρεται στο βιβλίο), να ενοχοποιηθούν άνθρωποι, μόνο και μόνο επειδή υπήρχαν «πληροφορίες» για την παρουσία τους σ’ ένα… άντρο «ανωμάλων τύπων», η πολιορκία της Καλογρέζας αθροίζεται στις υπόλοιπες σπασμωδικές ενέργειες του φαιδρού/φασίστα συνταγματάρχη να επιδείξει έργο, βγάζοντας στη σέντρα οποιονδήποτε δεν ταυτιζόταν με τις απόψεις του και με το δικό του κώδικα «ηθικής». Φυσικά, οι άνθρωποι (μαζί και ο συγγραφέας) δεν απέφυγαν την ψυχική ταλαιπωρία, παρά το γεγονός πως στη βάση της η κατασκευασμένη αυτή υπόθεση ήταν από την αρχή φανερό πως θα έπεφτε (όπως και συνέβη) στο δικαστήριο.
Ο Θεοδωρακόπουλος καταγράφει τα συμβάντα μ’ έναν δεξιοτεχνικό τρόπο που θυμίζει καλοστημένο θρίλερ. Και το βιβλίο του πέραν από ένα αναμφισβήτητο ντοκουμέντο, γύρω από τα γενικότερα ήθη της εποχής, είναι κι ένα καταπληκτικό αφήγημα με αξιοσημείωτο σασπένς, που κρατάει μαγκωμένο τον αναγνώστη μέχρι και την τελευταία του λέξη. Απορώ, δε, πώς αυτό το βιβλίο, Ο Καιάδας (από μια φράση του Λαδά… «μωρέ όλοι στον Καιάδα θέλετε σεις!») δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ κανείς να το μεταφέρει στην οθόνη. Ίσως και να ενδιαφέρθηκε και να μην προχώρησε η φάση… Ποιος ξέρει…
Στο βιβλίο το ονοματεπώνυμο «Ιωάννης Λαδάς», και θα πρέπει να το πούμε αυτό, αναφέρεται μόνο στην αρχή, στη σελίδα 7, σε μιαν υποσημείωση, καθώς στο κυρίως μέρος τής αφήγησης ο Λαδάς είναι ο… Επίσημος. Κάτι που δηλώνει πως Ο Καιάδας είχε γραφεί, σίγουρα, επί δικτατορίας, με την υποσημείωση να μπαίνει επί Μεταπολίτευσης πια. Φυσικά, δεν χρειαζόταν πολλά ο αναγνώστης (οι περιγραφές ήταν αρκετές), ώστε να καταλάβει ποιος ήταν εκείνος που κρυβόταν πίσω απ’ τον… Επίσημο.
Το οδυνηρότερο κομμάτι του αφηγήματος, το οποίον ο Θεοδωρακόπουλος περιγράφει με ανατριχιαστική ακρίβεια, έχει να κάνει με την ψυχολογική κατάσταση των πρωταγωνιστών (τη δική του και αρκετών άλλων της παρέας), τον πανικό κοντολογίς που βιώνει κάποιος όταν συλλαμβάνεται –και μάλιστα σε μιαν εποχή με την αστυνομία κράτος εν κράτει– δίχως να έχει φταίξει σε κάτι. Αν εκείνος που έχει πράξει μια παρανομία, μπαίνοντας στο στόχαστρο των διωκτικών αρχών, ζει με την ψυχολογία του κινδύνου και άρα μπορεί να διαχειριστεί μια «δύσκολη θέση», ο αθώος που συλλαμβάνεται δίχως εξηγήσεις και δίχως να έχει πράξει τίποτα το μεμπτό, βιώνει μια καφκική υπερένταση, που μπορεί να τον παραλύσει. Εδώ, ο Θεοδωρακόπουλος δίνει ρέστα υπογράφοντας ένα ρεαλιστικό ψυχολογικό θρίλερ, που συμπίπτει, στην περίπτωσή του, με την αδυσώπητη και βάρβαρη πραγματικότητα.
Στόχος του αήθους Λαδά (είναι μακαρίτης, αλλά δεν υπάρχει άλλος χαρακτηρισμός) ήταν η ψυχική εξόντωση αθώων ανθρώπων. Ήξερε ότι νομικά δεν μπορούσε να κάνει κάτι, γιατί δεν υπήρχε απολύτως τίποτα, αλλά τρενάροντας την ιστορία μέσω των και-καλά ανακρίσεων και της δημιουργίας έκδηλων αμφιβολιών και φόβου, ήξερε πού βάδιζε. Στην καταρράκωση μιας ομάδας ατόμων και του οικογενειακού τους περιγύρου, που θα παραδιδόταν βορά στην αδηφάγα (σε τέτοια θέματα) κοινωνία, μέσω της διαπόμπευσής τους στις εφημερίδες. Ο Θεοδωρακόπουλος, πάντα αφηγούμενος σε πρώτο πρόσωπο και με κοφτερές περιγραφές αποτυπώνει αυτό το κλίμα, που ξεχύνεται σαν λαίλαπα προς τον αποσβολωμένο αναγνώστη.
Όπως είχαν γράψει σχεδόν όλες οι εφημερίδες Αθηνών και Θεσσαλονίκης την Κυριακή 3 Νοεμβρίου 1968, μεταφέροντας στα φύλλα τους την… πολυγραφημένη διαταγή-κακό παραμύθι του Λαδά:
«ΑΝΤΡΟΝ ΑΝΩΜΑΛΩΝ ΤΥΠΩΝ ΑΠΕΚΑΛΥΦΘΗ ΚΑΤΟΠΙΝ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ, ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΛΟΓΡΕΖΑΝ / ΟΡΓΙΑ ΝΕΑΡΩΝ ΥΠΟ ΤΟΥΣ ΗΧΟΥΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ.
Αθήναι, 2 – Κατόπιν ανωνύμου καταγγελίας γενομένης εις τον γενικόν γραμματέαν του υπουργείου δημοσίας τάξεως κ. Λαδάν, η υποδιεύθυνσις ασφαλείας προαστίων ανεκάλυψεν άντρον οργίων εις Καλογρέζαν, όπου σεξουαλικώς ανώμαλοι νέοι ικανοποιούν τας διαστροφάς των.
Χώρος των οργιωδών διασκεδάσεων ήτο συνήθως η επί της οδού… της Καλογρέζας, οικία του αποσχηματισθέντος αρχιμανδρίτου Ιωάννου Καραευστρατίου. Εις την οικίαν του συγκεντρώνοντο με επικεφαλής τον θετόν υιόν του Καραευστρατίου Δημήτριον (σ.σ. ήταν ο εορτάζων) σεξουαλικώς ανώμαλα άτομα και επιδίδοντο εις διασκέδασιν με άσεμνα τραγούδια και χορούς. Οι εξ αυτών θηλυπρεπείς εχόρευον ημίγυμνοι φέροντες γυναικεία εσώρουχα, εν συνεχεία δε απεσύροντο εις άλλας οικίας μετά διεστραμμένων συντρόφων των, δια να συνεχίσουν την οργιώδη διασκέδασίν των».
Το… ρεπορτάζ της Μακεδονίας είχε και συνέχεια, καταλήγοντας με τα ονοματεπώνυμα και τις ηλικίες των παρευρισκομένων! Φωτογραφίες στη συγκεκριμένη εφημερίδα δεν είχαν δημοσιευτεί (όπως και σε καμμιά της Αθήνας, όπως σημειώνει ο συγγραφέας), αλλά σε μία της Θεσσαλονίκης είχαν περάσει και φωτογραφίες (λόγω… υπερβάλλοντος ζήλου, προφανώς, κάποιου αρχισυντάκτη). 

Ο Λαδάς, ήταν ένα φασιστικής νοοτροπίας και αντιλήψεων άτομο, που δρούσε ανεξέλεγκτα ακόμη και μέσα στους κόλπους του ίδιου του καθεστώτος – εκθέτοντάς το (το καθεστώς) έτι περισσότερο στα μάτια ενός μέρους τής ντόπιας κοινής γνώμης, όπως και στο εξωτερικό. Εννοείται πως το καθεστώς δεν χρειαζόταν τον Λαδά, για να εκτεθεί, απλώς ο Λαδάς με τις απερίσκεπτες και βάρβαρες κινήσεις του δημιουργούσε νέα προβλήματα, ακόμη και για τους ίδιους τους χουντικούς, οι οποίοι δεν ήξεραν τι να τον κάνουν – γι’ αυτό και συνεχώς τον μετέθεταν από ’δω κι από ’κει. Αυτό ήταν ολοφάνερο και στις περιπτώσεις με τα κολλήματά του σε σχέση με την εμφάνιση της νεολαίας (μαλλιά, ρούχα κ.λπ.), που δημιουργούσαν κακή εντύπωση στο εξωτερικό (στο τουριστικό ρεύμα π.χ.), αλλά και στον τρόπο που χειρίστηκε το περιστατικό της Καλογρέζας. Όπως διαβάζουμε στον Καιάδα:
«Συμφωνούσαμε όλοι πως την ευθύνη της ενέργειας την είχε βασικά ο Επίσημος (σ.σ. ο Λαδάς δηλαδή) και ερμηνεύσαμε τη μη δημοσίευση των φωτογραφιών σαν απόδειξη της αντίδρασης που είχε συναντήσει στον εξτρεμισμό του. Ο Χέλιος ήταν βέβαιος πως η Αστυνομία σε καμιά περίπτωση δε θα ’δινε μια τέτοια υπόθεση (χωρίς δηλαδή αδίκημα) στη δημοσιότητα και μάλιστα με ονόματα - ακόμη περισσότερο με φωτογραφίες. Όταν λίγο καιρό αργότερα ο Επίσημος μετατέθηκε από το πόστο του (σ.σ. στη γενική γραμματεία του υπουργείου εσωτερικών), ο Χέλιος υποστήριζε πως μια από τις αιτίες –αν όχι η κυριώτερη– ήταν και ο χειρισμός από μέρους του της υπόθεσής μας».
Τέλος, ενδεικτικό, ου μην αλλά και αποδεικτικό των μονομερών ενεργειών του Λαδά είναι και το γεγονός πως το ποιητικό βιβλίο του Θεοδωρακόπουλου Μυθολογία της Ξάνθης [Ιωλκός, 1967] που άρχεται από έναν αντρικό δεσμό του ποιητή (ασχέτως αν αυτό δεν αποκαλύπτεται), λίγο καιρό μετά τα γεγονότα της Καλογρέζας (31/12/1968) επιλέγεται από το χουντικό υπουργείο παιδείας (μαζί με δεκάδες άλλα βιβλία του 1967) ως κατάλληλο για τις σχολικές βιβλιοθήκες! 

Ο Καιάδας είχε πάρει καλές κριτικές στην εποχή του.
Ο Αλέξης Αργυρίου είχε γράψει στο αντί (#50, 24 Ιουλίου 1976):
«Ένα κείμενο με αξιώσεις είναι ο “Καιάδας” του ποιητή Λ. Θεοδωρακόπουλου, με υπότιτλο “Χρονικό μιας πολιορκίας”. Υπερβαίνει όμως τον χαρακτηρισμό του ως χρονικό. Αναφέρεται σε μια “επιχείρηση” του ενάρετου Λαδά της επταετίας, που θέλησε να ξεριζώσει την ομοφυλοφιλία ακόμη και από τους αρχαίους ημών προγόνους (μπορεί να ομολογήσει επ’ αυτού κάποιος σημερινός υφυπουργός) [σ.σ. αναφορά στον πρώην αρχισυντάκτη των Εικόνων Παναγιώτη Λαμπρία και στο “άσεμνο” δημοσίευμα  του 1968 – το 1976 ο Λαμπρίας ήταν υφυπουργός προεδρίας στην κυβέρνηση Καραμανλή], και που δείχνει πόσο ένα βρώμικο καθεστώς ταπεινώνει από λόγους βλακείας και ανθρώπους χωρίς να του είναι απαραίτητο. Ο Καιάδας εκτός του ότι είναι ένα έντιμο βιβλίο, εκτός που θίγει ουσιαστικά για πρώτη φορά στον τόπο μας ένα πρόβλημα, είναι ως κείμενο καθεαυτό ιδιαίτερα εύστοχο».
Και ο Μιχαήλ Μήτρας στο ΣΗΜΑ (#17, Μάιος-Ιούνιος 1977):
«Λογοτεχνική μεταφορά ενός πραγματικού περιστατικού, άμεσης εμπειρίας του συγγραφέα. Αποτελεσματική μεταλλαγή εξ αιτίας ενός “αδιάφορου” ύφους, που επιτρέπει την εκάστοτε συμμετοχή ή μη συμμετοχή, στα δρώμενα, του συγγραφέα-ήρωα της ιστορίας και του συγγραφέα-αφηγητή τής αναπαράστασής της. Ιδιαίτερης σημασίας η “τόλμη” να δηλωθή δημόσια μια ιδιωτική ιδιαιτερότητα του συγγραφέα, με τρόπο όχι πλασματικά “σκανδαλώδη”, αλλά καταδεικτικό του μηχανισμού των ηθών μιας βαθύτατα πουριτανικής-συντηρητικής κοινωνίας». 

Ο Καιάδας του Λουκά Θεοδωρακόπουλου θα επανεκδοθεί (με άλλο εξώφυλλο) το 2004 από τις Εκδόσεις Πολύχρωμος Πλανήτης. Διαβάστε τον.

SAN FRANCISCO STRING TRIO διασκευάζοντας το “Sgt. Pepper’s…”

Τα εορταστικά 50χρονα από την έκδοση του “Sgt. Peppers Lonely Hearts Club Band” απλώνονται στη δισκογραφία με νέα tributes, που ξεπηδούν από κάθε μουσικό χώρο, υποβάλλοντας σέβη στο magnum opus των Beatles. Λογικό, κι έτσι έπρεπε να συμβεί. Και συμβαίνει.
Στο May I Introduce to You [Ridgeway, 2017] έχουμε μια κάπως ιδιαίτερη περίπτωση, που επιχειρεί με τόλμη και φαντασία πάνω στο κλασικό υλικό των Σκαθαριών. Ένα τρίο από την Bay area, το Σαν Φρανσίσκο πιο συγκεκριμένα, πολύ διαφορετικό από τ’ άλλα τζαζ τρίο ή μη τζαζ τρίο τέλος πάντων.
Λέμε για τους San Francisco String Trio, που αποτελούνται από τον Δανό κλασικό σολίστα Mads Tolling βιολί, την Mimi Fox ηλεκτρική, ακουστική, 12χορδη κιθάρα (με 30χρονη προσωπική δισκογραφία και συμμετοχές δίπλα σε «ονόματα») και τον Jeff Denson κοντραμπάσο, φωνή (από τους σημαντικούς σύγχρονους τζαζ συνθέτες και ενορχηστρωτές).
Τρία όργανα λοιπόν (βιολί, κιθάρα, κοντραμπάσο) αντιμέτωπα μ’ ένα υλικό γνωστό τοις πάσι και άρα «επικίνδυνο» από τη φύση του σε κάθε ιδιότυπη προσέγγισή του. Γιατί, εδώ, η προσέγγιση είναι ιδιότυπη, καθώς όχι μόνο λόγω setting, αλλά και λόγω παρεμβάσεων (μετρικών και άλλων) και λελογισμένων αυτοσχεδιασμών (άκου π.χ. το “Good morning good morning”) το θρυλικό υλικό των Beatles αποκτά άλλες διαστάσεις. Οι εναρμονίσεις επίσης είναι πάντα εμπνευσμένες (άκου το “She’s leaving home” για παράδειγμα), γεγονός που δείχνει την αξία τούτων εδώ των μουσικών, που ξέρουν να συνδέουν τα πάντα (την κλασική, την ποπ, την jazz, την πιο προχωρημένη country), έχοντας όραμα και στόχο.
Το ότι δεν ακολουθούν, σ’ αυτό το δικό τους tribute, το track list του “Sgt. Peppers” είναι κι αυτό ενδεικτικό της συνολικότερης άποψής τους – να επιχειρήσουν να δώσουν, δηλαδή, στο “May I Introduce to You” έναν προσωπικό «αέρα», πράγμα που, εν τέλει, κατορθώνουν.

Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

BLUES REVIVAL 21: LIGHTNIN’ HOPKINS (1912-1982)

Ο LightninHopkins δεν ηχογράφησε πριν τον Πόλεμο, αφού τα πρώτα τραγούδια του εκδόθηκαν από την Aladdin το 1946. Επίσης, αν εξαιρεθεί ένα μικρό χάσμα στη δισκογραφική πορεία του, από το 1956 έως το 1959, η παρουσία του υπήρξε μόνιμη στα δρώμενα για σχεδόν 60 χρόνια (καθώς είχε εμφανιστεί για πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του ’20). Τότε πώς δικαιολογείται η παρουσία του σ’ αυτή τη σειρά των άρθρων; Βασικά, για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί στην ουσία τον ανακάλυψε, βγάζοντάς τον από την αφάνεια, ο Sam Charters τον Ιανουάριο του 1959 και δεύτερον, γιατί πάνω του στηρίχθηκε ένα μεγάλο κομμάτι του blues revival. Σκεφτείτε μόνο τούτο. Πως ο διακεκριμένος αυτός μουσικός ηχογράφησε στη δεκαετία του ’60 περισσότερα από 40 άλμπουμ! Εξωπραγματικό νούμερο, αλλά πέρα για πέρα αληθινό – και δεν εννοούμε συλλογές και τα τοιαύτα, αλλά δίσκους με αυθεντικό κατά το μάλλον ή ήττον υλικό. Φυσικά, όλα αυτά τα άλμπουμ δεν ήταν πάντα αντάξια της φήμης και των δυνατοτήτων του, πολλά όμως ήταν κάτι παραπάνω από σπουδαία, αφού όχι λίγες φορές ο LightninHopkins βρισκόταν σ’ αυτά σε μεγάλη φόρμα, έτοιμος για απίθανες συνεργασίες ή για απροσδόκητες ηχογραφήσεις.
Το πρώτο LP του Lightnin' Hopkins στην Folkways, το 1959
Αυτό που η ιστορία του blues έχει κατακρατήσει από την περσόνα του LightninHopkins ήταν η μοναδική ικανότητά του να αυτοσχεδιάζει πολλές φορές τους στίχους των τραγουδιών του, εμπιστευόμενος πάντα τον αυθορμητισμό του. Ό,τι τον ανέδειξε δηλαδή ως έναν από τους μεγαλύτερους λαϊκούς ποιητές της Αμερικής
Ως άνθρωπος, βάσει των περιγραφών που υπάρχουν σε βιβλία, ο Hopkins ήταν «βαρύς», επιφυλακτικός και καχύποπτος. Λένε, δε, πως πριν από κάθε ηχογράφηση ζητούσε πρώτα να πληρωθεί, αλλιώς δεν έμπαινε στο στούντιο. Επειδή οι παραγωγοί τα «έσκαγαν», μιας και οι δίσκοι του πουλούσαν, συνήθως δεν περίσσευε δεκάρα για alternative takes ή διορθώσεις. Αποτέλεσμα; Πολλοί δίσκοι του να έχουν ατέλειες ή να είναι προχειρογραμμένοι.
Ο Hopkins δεν είχε πρόβλημα να παίζει ηλεκτρική ή ακουστική κιθάρα, να συνεργάζεται με μαύρους ή λευκούς, να βουτά στο ψυχεδελικό κλίμα της εποχής (ηχογράφησε ένα πολύ καλό LP στην International Artists με μέλη, στην μπάντα συνοδείας, κάποιους από τους 13th Floor Elevators) ή στο κλασικό hard-driving blues. Ήταν περίεργος άνθρωπος και μάλλον όχι παραδόπιστος, αφού όπως λένε οι φήμες τα λεφτά τα χρειαζόταν απλώς και μόνο για να μπορεί να συντηρεί το πάθος του για τα χαρτιά. Θα μπορούσε, δε, να βγάλει πολύ περισσότερα λεφτά, αν μετακινιόταν από το Houston προς τις δύο Ακτές της Αμερικής, αλλά σπανίως έπαιρνε τα πόδια του αφού δεν συμπαθούσε τα ταξίδια. Εγκατέλειψε εξάλλου ελάχιστες φορές το Τέξας, στο οποίο γεννήθηκε και πέθανε.
Από την πληθώρα των ηχογραφήσεών του, πραγματικός πονοκέφαλος για τους blues fans, αξίζει κανείς να ψάξει για τα παρακάτω άλμπουμ.
Δισκογραφία (επιλογή) 
1. Lightnin’ Hopkins – Folkways FS3822 – 1959
2. Country Blues – Tradition TLP 1035 – 1959 
3. Lightnin’ in New York – Candid CJM 8010 – 1961
4. Lightnin’ – Bluesville BVLP-1019 – 1961 
5. Last Night Blues – Bluesville BVLP 1029 – 1961 (με Sonny Terry)
6. Blues in my Bottle – Prestige/Bluesville BVLP 1045 – 1961 
7. Lightnin’ Sam Hopkins – Arhoolie F 1011 – 1962
8. Walkin’ this Road by Myself – Prestige/Bluesville BVLP 1057 – 1962 
9. Smokes Like Lightning – Prestige/Bluesville BVLP 1070 – 1963
10. Soul Blues – Prestige PR 7377 – 1965 
11. Lightnin’ Strikes – Verve Folkways FVS-9022 – 1966
12. Something Blue – Verve Forecast FTS 3013 – 1967 
13. Free Form Patterns – International Artists IA-LP-6 – 1968
14. The Great Electric Show and Dance – Jewel LPS-5002 – 1969 
15. In Berkley – Arhoolie 1063 – 1972 

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 49

16/10/2017
Οι φιλελέδες μάχονται από τα χαρακώματα του protagon για το δικαίωμα στη διαφορετικότητα και για την κυριότητα των προσωπικών επιλογών.
Σε πρόσφατο άρθρο του ο Κοσμάς Βίδος επιτίθεται σε όλους εκείνους που κρίνουν αρνητικά, και με σεξιστικούς όρους, την απόφαση της ηθοποιού Ναταλίας Λιονάκη να χειροτονηθεί καλόγρια. Γράφει χαρακτηριστικά: «Ετσι επιθετικά εκδηλώνεται η έκπληξή μας που “η όμορφη ηθοποιός χειροτονήθηκε μοναχή”. Επιθετική και η σεξιστική επιμονή μας στο θέμα της εμφάνισής της. Αν ήταν άσχημη θα την αποδεχόμασταν πιο εύκολα με ράσο».
Ο Βίδος μ’ αυτά που γράφει άνοιξε μια τρύπα στο νερό κι έπεσε μέσα και πνίγηκε ή τον πνίξανε – καθότι το οπτικό κομμάτι του άρθρου του είναι σαν εκείνα που κατηγορεί. Εικονίζει φάτσα-μόστρα την «όμορφη ηθοποιό» κλίνοντας μάτι στο σεξισμό και μάλιστα σε εμφανή αντιπαραβολή με την ίδιαν ως καλόγρια (ώστε να είναι ακόμη πιο χτυπητό το πλάνο). Αν ήθελε να ήταν συνεπής με όσα υποστηρίζει στο άρθρο του δεν θα έπρεπε να υπάρχει καν φωτογραφία της ηθοποιού Λιονάκη, παρά μόνον της μοναχής Φεβρωνίας.
Αλλά το να εκτίθεται ένας φιλελές μ’ αυτά που γράφει (και δείχνει) είναι κάτι που αποτελεί, πλέον, κοινό τόπο…

16/10/2017
ΕΘΕΛΟΔΟΥΛΙΑΣ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
Ενώ ο πάπυρος (που χρονολογείται μεταξύ 340 και 320 π.Χ) βρέθηκε κάπου έξω από τη Θεσσαλονίκη κάποιοι σπεύδουν να τον χαρίσουν στην… Ευρώπη! Ποια Ευρώπη ρε γλείφτες; Τι σχέση έχει η Ευρώπη με το 340 π.Χ.;
Αντί, οι ευρωλιγούρηδες, να γράψουν για το αρχαιότερο σωζόμενο ελληνικό «βιβλίο» προτιμούν να κοτσάρουνε μια «Ευρώπη» εκεί πέρα, μήπως και τους πούνε… απολίτιστους!
Παρακάτω δε στο κείμενο, με μικρά γράμματα, γράφουν και για την… «προστιθέμενη αξία για την εξωστρέφεια, που τόσο ανάγκη έχει η Ελλάδα»!!
Οι άνθρωποι είναι εντελώς για τα πανηγύρια…

16/10/2017
ΤΡΟΜΟΣ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ...
Ο υπουργός Σπίρτζης σε ρόλο Παττακού. Θα ψάχνει για γόπες στους δρόμους... και θα ρίχνει και πρόστιμα με εισοδηματικά κριτήρια! Μιλάμε για κυβέρνηση της Αριστεράς τώρα, όχι τρίχες...

16/10/2017
Γελοίο πρωτοσέλιδο... σοβαρής ελληνικής εφημερίδας, που απευθύνεται στον πολύ κόσμο.
Ούτε στο Σικάγο της ποτοαπαγόρευσης και του Αλ Καπόνε τέτοια αισχρή σπέκουλα…

15/10/2017 
Συνεχίζουμε... ποδοσφαιρικά λόγω Κυριακής.
Υπάρχει ένα βίντεο στο YouTube, εκεί όπου ο Αλέφαντος την πέφτει στον Ντίνο Καρύδη! Τον θεωρεί κυριλέ, άνθρωπο του κατεστημένου, και δεν τον αφήνει να πάρει ανάσα. Και ο κακομοίρης ο Καρύδης, που πρέπει να ’ναι καλός άνθρωπος, τα καταπίνει όλα αμάσητα…
Κάποια στιγμή ο μουρλαμένος Αλέφαντος, για να τονίσει τη λαϊκή καταγωγή του, θυμάται κάτι από τα μαθητικά του χρόνια, όταν ήταν φτωχός με μπαλωμένα παπούτσια και τον σήκωνε ένας καθηγητής του (κάποιος Σαραλής), όρθιο, για να πει μάθημα (και δεν του έβαζε καλό βαθμό, παρότι τα έλεγε σωστά, επειδή είχε παρουσιαστικό φουκαρατζίκου). Και αρχίζει ο Αλέφαντος να κλίνει, από μνήμης, κάποιο ανώμαλο ρήμα της αρχαίας, τους αρχικούς χρόνους του (κάτι τέτοιο πρέπει να’ ναι), και πέφτει το γέλιο της αρκούδας καθώς λέει ό,τι του κατέβει. Δηλαδή, εγώ πέθανα στα γέλια, γιατί οι υπόλοιποι στο πάνελ δεν κατάλαβαν γρι απ’ αυτό που συνέβη. 
Δείτε στο 4:20… Αλωσκωμιληηηηλασκωνιναααααλοοοκαιαλλοοοκααλαλοκι…  

15/10/2017 
Γιατί όταν φωτογραφίζονται οι ομάδες, σήμερα, οι μπροστινοί, στη σειρά, ποδοσφαιριστές στέκονται κάπως-όρθιοι, λες και είναι συγκαμένοι; Πού είναι το βαθύ κάθισμα των μπροστινών, που το είχαμε συνηθίσει εδώ και δεκαετίες; Τι θέλουν να παραστήσουν μ’ αυτή τη μαλακία; Πως είναι τάχα ετοιμοπόλεμοι, υπονοώντας πως θα λύσουν τους… ζυγούς στο πι και φι για να φύγουνε μπροστά σαν σφαίρες; 
Όλο σύμβολα-αηδίες είναι πλέον το ποδόσφαιρο, απ' όποια μεριά και να το πιάσεις...

14/10/2017 
Χθες έλαβα ένα φάκελο από Θεσσαλονίκη με κολλημένα, πάνω, δυο γραμματόσημα με τον Κώστα Γαβρά.
Ξέρετε, πριν το Ζ (1969), τον Γαβρά δεν τον ήξεραν ουσιαστικά στην Ελλάδα (παρότι το Ζ ήταν η τρίτη και όχι η πρώτη ταινία του), καθώς ακόμη και σε κινηματογραφικά περιοδικά των σίξτις τον έγραφαν… Γκαβράς (εκ του Gavras)! 
Διάβασα, πως στην τελευταία του ταινία ο Γαβράς σκέφτεται ν’ ασχοληθεί με το πρόσφατο βιβλίο του Βαρουφάκη. Να το κινηματογραφήσει! 
Πού θα βρει σωστό προσωπικό για όλους αυτούς τους ρόλους ρε φίλε, και κυρίως ποιον θα επιλέξει για τον Τσίπρα; Πρέπει να απευθυνθεί σε πολύ μεγάλους… υποκριτές.

14/10/2017 
Επειδή έχω συγγενή νταλικέρη τον είχα ρωτήσει παλιά, όχι το 1982, πιο μετά, αν ήξερε το τραγούδι του μακαρίτη του Γιώργου Σαρρή «Με τα φώτα νυσταγμένα» (Νικολόπουλος-Ρασούλης) και αν, εν πάση περιπτώσει, τον εξέφραζε ως φορτηγατζή – αν το γούσταρε. Ο άνθρωπος μού είχε πει πώς ναι το ήξερε, το άκουγε, αλλά δεν κατανοούσε τι έλεγε ακριβώς. Τον μπέρδευε. Πού θέλω να καταλήξω…
Υπάρχουν λαϊκά τραγούδια μετά το ’80 (το τονίζω αυτό, μετά το ’80), που κυκλοφορούν μέσα στο λαό, εκμεταλλευόμενα λαϊκούς ρυθμούς/χορούς (ζεϊμπέκικο π.χ.) με στίχους… τρέχα-γύρευε (πάρε τη «Ρόζα» π.χ.). Με στίχους που είναι κουλτουριάρικοι και που δεν γίνονται καταληπτοί στην ολότητά τους από τον κόσμο. Κάτι ρημάδια λέξεις μένουνε μόνο από δω κι από κει…
 Μία λέξη λοιπόν, η «νταλίκες», που δεν ήταν καν στον πρώτο-πρώτο τίτλο του τραγουδιού, και μια ζεμπεκιά ήταν αρκετή για να γίνει αυτό το κομμάτι… ύμνος των φορτηγατζήδων.
Τώρα, τι ρόλο έπαιζαν… οι νταλίκες στην Αθήνα, πώς συνδέονταν με τις σκηνές από ταινία προσεχώς (δηλαδή με τα εντυπωσιακότερα πλάνα μιας ταινίας – γιατί αυτά βλέπουμε στις «ταινίες προσεχώς») και πώς συνομιλούσαν με τις στροφές αυτού του νόστου κανείς δεν ξέρει (ούτε ο… μέσος νταλικέρης, ούτε ο Βέλτσος, ούτε κανένας) και ούτε πρόκειται ποτέ να μάθει. Ό,τι κατάλαβες… κατάλαβες. 

14/10/2017
Τεύχος του Wire από τον Αύγουστο του ’98, πριν 20 χρόνια σχεδόν. Δείτε θεματολογία και συγκρίνετέ την με τη σημερινή… Να μην ποστάρω, γιατί έχω ξαναποστάρει, Wire του ’85…

12/10/2017 
«(…) Αντίθετα ο Νίκος Μ. είχε μια σοβαρότητα και μια ευγένεια. Με σύστησε στον * τραγουδιστή της Ροκ, ένα χαριτωμένο μακρυμάλλικο αγόρι που έμοιαζε με τη Χαρούλα Αλεξίου. Εκείνος μού πρότεινε να ποζάρω για εξώφυλλο του δίσκου που θα έβγαζε. Δε συμφωνήσαμε όμως γι’ αυτό. Αυτό ήταν το πρόσχημα για να ξεπεταχτούμε. Πήγαμε σινεμά κι από κει σπίτι μου όπου(…).
Ένα βράδυ μας πιάσανε για εξακρίβωση, πιάσανε κι αυτόν τον τραγουδιστή, γιατί είχε περάσει το κόκκινο μ’ ένα μηχανάκι. Φυ
σικά κανένας απ’ τους αστυνομικούς δεν τον γνώρισε, γιατί αυτοί αν και αμερικανόφιλοι, δεν ακούνε καθόλου ροκ μουσική. Προτιμούν τον Φλωρινιώτη, τον Χριστοδουλόπουλο, την Χριστοπούλου και άλλους ανάλογους. Έτσι ταλαιπωρήθηκε κι εκείνος μαζί μας. Εκείνη την ώρα φέραν κι ένα ξένο που τον είχαν πιάσει να καπνίζει ναρκωτικά και βάλαν τον τραγουδιστή * να τους κάνει τον διερμηνέα. Τελικά μεσολάβησα κι εγώ και τους είπα πως πρόκειται για ένα διάσημο τραγουδιστή, με δίσκους, δημόσιες εμφανίσεις και εμφανίσεις στην τηλεόραση, και τον άφησαν.(…)».
ΜΠΕΤΤΥ, Εξάντας, Ιανουάριος 1980 

12/10/2017
ΠΩ ΠΩ ΠΩ!
Τι έχει γράψει αυτός ο Σπανός! Την άμμο της θάλασσας!
Και αυτή η Μοσχολιού έχει πει με τη φωνάρα της ό,τι δεν θα πουν όλες οι σημερινές τραγουδίστριες σε 5 ζωές.
Εγώ δεν είμαι παπαδοπουλικός, δεν μ’ αρέσει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος γενικά, αλλά υπάρχουν ορισμένες εικόνες σε μερικά στιχάκια του, που με στέλνουν.
Όταν ακούω π.χ. τη Βίκυ να τραγουδάει «λάσπη πετούν τα βιαστικά λεωφορεία» ανατριχιάζω…

12/10/2017
Ένα από τα χειρότερα που βιώνει η ηλικία μου είναι ο κομπασμός κάποιων για τις «καλές» ιατρικές εξετάσεις τους. Το θεωρώ αειδές. Και απεχθές.

12/10/2017
Ήμουν κάπου σ’ ένα φιλικό σπίτι τις προάλλες, σε κάτι γενέθλια, και κάποιοι μαθητές (Λυκείου) συζητούσαν, πριν την κάνουν για Γκάζι, για μιαν εκδρομή στο CERN (Ελβετία), που θα έκαναν με το σχολείο τους στο τέλος της χρονιάς - με έξοδα πληρωμένα από τις ρημαγμένες οικογένειές τους. Τους άκουγα και γέλαγα, από μέσα μου. Για τα… έτη φωτός, που έχει προχωρήσει μπροστά το ελληνικό σχολείο.
Κάποια στιγμή δεν άντεξα και τους ρώτησα…
Ρε μάγκες να σας πω κάτι… Ξέρετε τι σημαίνει «αδράνεια» στη Φυσική; Κανένας, εννοείται, δεν απάντησε (από τους τρεις). Λοιπόν, επειδή, δεν ξέρετε, τους λέω, να πείτε στους καθηγητές σας να σας μάθουν πρώτα αυτό, και μετά να σας πάνε μέχρι τον Ισθμό, από την παλιά Εθνική, να φάτε κανα σουβλάκι και να γυρίσετε πίσω… Που μου θέλετε και CERN…
Ήταν καλά παιδιά και γελάσανε, αντί να με στείλουνε στο διάολο…

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

ΝΙΚΟΣ ΚΑΧΤΙΤΣΗΣ κοινόβιο

Ο Νίκος Καχτίτσης (Γαστούνη 1926-Πάτρα 1970) είναι ένας από τους πιο αγαπημένους μου πεζογράφους. Ορισμένοι κριτικοί της λογοτεχνίας λένε πως είναι και από τους πλέον σημαντικούς της μεταπολεμικής γενιάς. Δίκιο έχουν.
Είχα την τύχη να έρθω σ’ επαφή από πολύ νωρίς (για μένα) με το έργο τού Καχτίτση, κάποιο από το έργο του τέλος πάντων, παρότι, ποτέ, ούτε τότε που τον «γνώρισα» εγώ (στα μέσα του ’80), ούτε σήμερα το όνομά του ήταν από ’κείνα που απασχολούσαν και τόσο τα λογοτεχνικά κυκλώματα. Περιστασιακά μόνον, από δω κι από ’κει, κάποιοι γράφουν για τον Καχτίτση, τα λίγα βιβλία του οποίου ποτέ δεν εντοπίζονταν, όλα, ανά πάσα ώρα και στιγμή.  
Ο Νίκος Καχτίτσης σε νεκροταφείο του Μόντρεαλ, γύρω στο 1960
Ήταν λοιπόν ένα τεύχος του πατρινού περιοδικού Παράθυρο, το υπ’ αριθμόν 4 από τις αρχές του ’85, εκεί όπου ο πατρινός λογοτέχνης Βασίλης Λαδάς παρουσίαζε ένα μονοσέλιδο κείμενο για τον Καχτίτση, προτείνοντας μάλιστα να δοθεί το όνομά του και σ’ ένα δρόμο της πόλης…
«Θα ήθελε άραγε να ταφεί κάπου στην οδό Αγίου Ανδρέου (σ.σ. κεντρικός δρόμος των Πατρών) ο Καχτίτσης; Ή μήπως σ’ ένα σιδηροδρομικό σταθμό του ηλειακού κάμπου, πλάι σε πυκνές φυλλωσιές; Είτε το ’θελε είτε δεν το ’θελε ενταφιάστηκε στο Β Νεκροταφείο Πατρών. Να τολμήσω να προτείνω πως αν όχι η Αγίου Ανδρέου ένας άλλος δρόμος παρακατιανότερος θα μπορούσε να λάβει το όνομα Νίκος Καχτίτσης; Ή θα παρεξηγηθώ από το Δήμαρχο και τους δημοτικούς συμβούλους, αφού ο Νίκος Καχτίτσης δεν είναι και δεν μπορεί να αποτελέσει σύμβολο λαϊκίστικης νοοτροπίας και ήθους».
Το ονοματεπώνυμο «Νίκος Καχτίτσης» να πούμε πως δόθηκε όντως, κάποια στιγμή, σ’ ένα δρόμο της Πάτρας, σ’ ένα χαμένο αδιέξοδο στενό με πέντε σπίτια, κάπου στα Συχαινά (συνοικία της πόλης, στο δρόμο προς το Πανεπιστήμιο).

Τέλος πάντων εκείνο το κείμενο τού Λαδά (που συνέδεε την εμπορική αρτηρία της πόλης, την Αγίου Ανδρέου, την γεμάτη, κάποτε, με πρατήρια εδωδίμων και αποικιακών, με τον εγκατεστημένο στην άλλη άκρη του κόσμου συγγραφέα) με είχε κινητοποιήσει, τότε και κάπως έτσι είχα οδηγηθεί στα βιβλιοπωλεία, ώστε να βρω και να διαβάσω τον Εξώστη και τον Ήρωα της Γάνδης, που αναφέρονταν και στο κείμενο. Αν και δεν μπορώ, τώρα, να θυμηθώ λεπτομέρειες… είμαι σίγουρος πως εκείνη την εποχή είχα βρει δύο βιβλία του Καχτίτση που μόλις είχαν επανεκδοθεί –για το 1985 λέμε πάντα– χωρίς να είμαι 100% βέβαιος αν ο Λαδάς είχε γράψει τα σχετικά στο Παράθυρο πριν τις επανεκδόσεις ή μετά (μάλλον πριν).
Τα βιβλία αυτά ήταν ο Εξώστης και Η Περιπέτεια Ενός Βιβλίου (η περιπέτεια της έκδοσης του Εξώστη και η μακρόθεν αντιπαράθεση του συγγραφέα με τον γνωστό καλλιτεχνικό επιμελητή και άλλα τινά Κάρολο Τσίζεκ), αμφότερα τυπωμένα από τις εκδόσεις Στιγμή. Τρία χρόνια αργότερα (1988) η Στιγμή θα τύπωνε και τον Ήρωα της Γάνδης κι έτσι κάπως θα ολοκληρωνόταν στη δεκαετία του ’80 μια προσπάθεια αποκατάστασης του ονόματος του Καχτίτση (και του έργου του βεβαίως), που ήταν για χρόνια έξω από τα βιβλιοπωλεία και άρα σχεδόν άγνωστο.
Οι πρώτοι που έκαναν μια προσπάθεια να φέρουν τα βιβλία και τις ιστορίες τού ήδη πεθαμένου Καχτίτση μπροστά στο φως ήταν ο Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος και ο Ηλίας Πετρόπουλος μέσω του μικρού βιβλίου τους Μνήμη Νίκου Καχτίτση, που είχε κυκλοφορήσει από το περιοδικό Φάσμα (του Δημήτρη Παναγιωτάτου), το 1972. Το βιβλιαράκι ήταν καλαίσθητο, γιατί καλαίσθητα ήταν τα βιβλία και του τυπογράφου Καχτίτση, και σ’ έμπαζε όντως σ’ ένα κλίμα, αφού περιείχε αποσπάσματα από τα εκτενέστερα πεζογραφήματά του, τα Ποιοι οι Φίλοι, Η Ομορφάσχημη, Ο Εξώστης, Ο Ήρωας της Γάνδης μαζί δε και το έξοχο μικρό αφήγημα Ο Θάνατος του Κροκεβιλέ, που θύμιζε Poe ή καλύτερα κάτι από τη Μουσική του Έριχ Ζαν του H.P. Lovecraft.
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1976, ο Κέδρος θα επιχειρούσε και την πρώτη κανονική επανέκδοση πεζών του Καχτίτση με τα Ποιοι οι Φίλοι Η Ομορφάσχημη Το Ενύπνιο, που πέρασε όμως απαρατήρητη.

Να πούμε, ώστε να είναι κάπως ολοκληρωμένη αυτή η αναφορά, πως ο Καχτίτσης είχε γεννηθεί στη Γαστούνη της Ηλείας και πως τα εφηβικά του χρόνια τα είχε περάσει στην Πάτρα. Το 1952, στα 26 του, βρίσκεται στο Καμερούν, όπου δουλεύει ως λογιστής σε μια εταιρεία στη Ντουάλα, ενώ το 1956 εγκαθίσταται μονίμως στο Μόντρεαλ του Καναδά. Ζούσε, στην αρχή, παραδίδοντας ιδιαίτερα μαθήματα ελληνικών, αγγλικών και γαλλικών, ενώ αργότερα θα διοριζόταν διερμηνέας (Ελλήνων) στα καναδικά δικαστήρια. Ήξερε ότι θα πέθαινε από οξεία λευχαιμία και ίσως γι’ αυτό επέστρεψε στην Πάτρα, όπου και συνέβη το μοιραίο το 1970 (25 Μαΐου) στα 44 μόλις χρόνια του. Άσχετο. Ο Νίκος Καχτίτσης γεννήθηκε και πέθανε τις χρονιές που γεννήθηκε και πέθανε και ο Γιάννης Χρήστου. Τα βιβλία του, που κυκλοφόρησαν με τα χίλια ζόρια, κατά τη διάρκεια της ζωής του, συνήθως τα έστελνε, λίγα-λίγα, ο ίδιος μέσω ταχυδρομείου σε έλληνες εκδότες και τυπογράφους, είτε τα τύπωνε ο ίδιος μετά το 1968 (καθώς έμαθε και να τυπώνει από προσωπική ανάγκη).
Το Δεκέμβριο του 1985, που ήταν μια κομβική χρονιά (το ’85) για τη γνωριμία ενός κάπως πλατύτερου κοινού με το έργο του Καχτίτση, κυκλοφορεί το 8ο τεύχος του περιοδικού Το Τέταρτο (επί Χατζιδάκι ακόμη) κι εκεί δημοσιεύονται τρεις ανέκδοτες επιστολές του προς τον φίλο του και επίσης λογοτέχνη Ε.Χ. Γονατά (επιστολές του Καχτίτση είχαν δημοσιευτεί και σ’ άλλα περιοδικά εκείνη την εποχή).
Ο Καχτίτσης, που ήταν παράξενος άνθρωπος και όμνυε στη μοναξιά επικοινωνούσε με τους λιγοστούς φίλους του στην Ελλάδα μέσω αλληλογραφίας (υπήρξε μανιώδης επιστολογράφος), δίχως, μάλιστα, ορισμένους απ’ αυτούς, να καταφέρει να τους γνωρίσει και δια ζώσης. Το έργο του είναι βαθύ, δαιδαλώδες, με πολλά αυτο-υπονομευτικά στοιχεία, συμπαγές, καφκικό, θριλερικό με πρωταγωνιστές ήρωες συντριμμένους, απόλυτα δέσμιους των ενοχών τους, που είναι σχεδόν πάντα αόρατες (οι ενοχές), καθώς αποκτούν όψη μόνο μέσα από τα οδυνηρά αποτελέσματά τους.
Εδώ, ένα απόσπασμα από επιστολή τού Νίκου Καχτίτση στον Ε.Χ. Γονατά, που αφορά στη δημιουργία ενός ιδιότυπου κοινοβίου για δύο…
Πολυαγαπητέ μου Κύριε Γονατά, (επιστολή σας 10σέλιδος 10ηςΑυγ.) 

Σχετικά με τα περί κοινοβίου, σας ανακοινώνω με απάθεια ότι ουδόλως πλέον με θορυβεί το γεγονός της ταυτότητος των απόψεων (ίδε και τα περί πολιορκίας). Θ’ αρχίσουμε να ψάχνουμε σε τι δεν μοιάζουμε. Ας σημειωθεί ότι, βέβαια, έχω βρει το μέρος κι εγώ: Είναι σε μια βραχώδη περιοχή μεταξύ Αιγίου και Κορίνθου, και συγκεκριμένα πάνω σ’ ένα βράχο στον οποίο είδα, από το παράθυρο του τραίνου, ένα τερατώδες σπίτι, το οποίο κάποιος μού εξήγησε ότι ανήκει στο ζωγράφο Θωμόπουλο (την τέχνη του οποίου απεχθάνομαι). Κατά μίαν εκδοχήν, γύρω από το σπίτι που θα χτίζαμε, θα υπήρχαν ηλεκτρικά πολυβόλα τα οποία θα έβαλλον συνεχώς – προς τα έξω βέβαια… Την περιοχήν θα διέτρεχον επίσης αποτρόπαιοι σκύλοι-μολοσσοί, απ’ αυτούς που ακόμα και προς τα αφεντικά τους φέρονται με τραχύτητα, και έχουν το βλέμμα κακεντρεχούς ανθρώπου, και συνεχώς δείχνουν τα δόντια. Οπότε, έστω και αν κανένας ανεπιθύμητος διέφευγε τα πυρά, θα κατεξεσκίζετο και κατεσπαράσσετο από αυτούς. Στα υπόγειά μας, εκτός από τα κρασιά και τυριά, θα είχαμε αποθέματα από μελάνι (φτιαγμένο από μας τους ίδιους, ακολουθώντας μια παληά φόρμουλα – από βελανίδια ίσως), χαρτί χειροποίητο, πέννες και άλλα τρόφιμα – τουλάχιστον για μερικά χρόνια, ώστε να είμαστε αυτάρκεις, οπότε, αν, για τον α’ ή β’ λόγο (λόγω πανώλης π.χ.) είμαστε υποχρεωμένοι να μείνουμε μέσα, να μην κινδυνεύσουμε να πεθάνουμε. Από το άλλο μέρος, εξασφαλίζουμε και διάφορα τρόφιμα μόνοι μας επιτοπίως – κυνηγώντας στα γύρω δάση, μαζεύοντας χόρτα, ψαρεύοντας στη θάλασσα. Θα μαζεύουμε ως και βότανα ακόμα – από τα οποία βρίθει η περιοχή. Θα φτιάνουμε κολώνια μόνοι μας, ροδοζάχαρη, κ.λπ. Όλα αυτά, από το ένα μέρος θα αποτελούν την οικονομία της εγκαταστάσεως, ενώ από το άλλο θα είναι ωραίες απασχολήσεις – ώστε να μην παθαίνουμε κόπωση από το πολύ γράψιμο και την εν γένει καθιστική ζωή. Εννοείται ότι τα φαγητά που θα τρώμε θα είναι λιτά. Άσπρο τυρί με μαύρο ψωμί. Εληές. Κρέας ψητό στην πέτρα. Όσπρια σκέτα. Χορταρικά. Σαλάμια. Το κρασί, θα το πίνουμε – ΟΧΙ με την «κοσμική» έννοια των μοδέρνων ταβερνείων της Αθήνας, παρά ως ευφροσύνη του λάρυγγος, και  σαν ερεθισμό της φαντασίας, κ.λπ. Για να μη βγάνουμε τα μάτια μας λόγω συνεχούς επαφής ο ένας με τον άλλον, θα εφαρμόζουμε «μέρες σιωπής» (αυτή τη στιγμή σ’ αυτό αποδίδω τη σχετική συνήθεια των τραππιστών*). 

*Τραππιστές: Αυστηρό θρησκευτικό μοναστικό τάγμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Οι μοναχοί, ανάμεσα σε άλλα, μιλούσαν μόνον όταν ήταν απαραίτητο.

Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

WILL Z. με βάση τον Dante ένα σύγχρονο cosmic-folk κομψοτέχνημα

Τις καλές εισαγωγές μας, με τα σωστά προκαταρκτικά, οφείλουμε να τις επαναλαμβάνουμε και όχι να επινοούμε καινούριες. Δεν υπάρχει λόγος. Να λοιπόν τα σχετικά για τον Will Z. από μια παλαιότερη ανάρτηση (19/3/2014), που είχε γίνει με αφορμή μιαν ελληνική κυκλοφορία του Βέλγου (εντός ή εκτός εισαγωγικών) από την Anazitisi Records:
«Όσοι παρακολουθούν από κοντά το occult rock και folk-rock σίγουρα θα γνωρίζουν την περίπτωση του πολυεθνικού συγκροτήματος Can Am Des Puig, που είχε σχηματισθεί στην Σκωτία στις αρχές των seventies πριν καταλήξει στις Βαλεαρίδες Νήσους, εκεί όπου το 1978 ηχογράφησε ένα θρυλικό (εδώ ταιριάζει η λέξη) psych-folk άλμπουμ, που είχε τίτλο “The Book Of AM, Part One: Dawn And Morning”. Το 2006 η ισπανική εταιρεία Wah Wah επανεξέδωσε εκείνο το “χαμένο” άλμπουμ, μαζί με το δεύτερο, ανέκδοτο έως τότε, μέρος του, ως “The Book Of AM, Pts. I & II” (προσφέροντας μαζί και το απίθανο λατρευτικό βιβλίο των 143 σελίδων), ενώ to 2013 η ίδια εταιρεία έδωσε και το “Book Of AΜ, Parts III & IV - Afternoon & Evening”, επίσης ένα 2LP, ολοκληρώνοντας κατά μίαν έννοια το project. Πάνω σ’ αυτά τα τελευταία μέρη (το “III” και το “IV”) είχε δουλέψει ο Will Z (από τους Cosmic Trip Machine – “Vampyros Roussos” κ.λπ.) σε συνεργασία με τα αυθεντικά μέλη των Can Am Des Puig (Leslie Mackenzie, Juan Arkotxa, Carmeta Mansilla), ο οποίος, αφού επεξεργάστηκε παλαιά σκόρπια demos, προσθέτοντας και καινούρια όργανα, ολοκλήρωσε την ηχογράφηση».
Στενά συνδεδεμένος με τους Can Am Des Puig λοιπόν, ο Will Z. συνεχίζει το… κοσμικό-ψυχεδελικό ταξίδι του μ’ ένα ακόμη πιο καινούριο άλμπουμ, που έχει τίτλοA New Mirrored You” (το πέμπτο του) και που κυκλοφορεί ξανά από μιαν ελληνική εταιρεία – την G.O.D. Records αυτή τη φορά.
Βασική έμπνευση στο παρόν CD αποτελεί το κείμενο του Dante La Vita Nuova (έχει εμπνεύσει και στο παρελθόν ροκ-άλμπουμ και συγκροτήματα το συγκεκριμένο κείμενο), που βοηθά τον Will Z. να εξερευνήσει δύο θέματα (όπως σημειώνει ο ίδιος). Πρώτον, το πώς μπορεί να μετατραπεί μια δύσκολη μονόπλευρη σχέση σε κομψή τέχνη (κατά τον τρόπο των αλχημιστών που «μετέτρεπαν» τα πάσης φύσεως μέταλλα σε χρυσάφι) και δεύτερον, το πώς θα γινόταν να βιώναμε ταυτοχρόνως δύο ζωές – μία που να σχετιζόταν με την πραγματικότητα και μιαν άλλη με την ποίηση, και από ’κει και πέρα το πώς θα μπορούσε να βρεθεί η σωστή ισορροπία μεταξύ φυσικού κόσμου και ονείρων, αφού πρώτα θα έχουμε συνειδητοποιήσει τινές συνέπειες και απογοητεύσεις. Ok. Όλα αυτά μπορεί να κινητοποιούν εσωτερικώς τον Will Z., όμως εδώ, εμείς, θα κρίνουμε το αποτέλεσμα τούτων ή και ακόμη άλλων διαδικασιών και όχι τις προθέσεις του αναγκαστικώς.
Λέμε λοιπόν από την αρχή πως το “A New Mirrored You” είναι ένα πολύ καλό σύγχρονο folk/rock άλμπουμ, διανθισμένο με πολλά cosmic στοιχεία – τόσα και τέτοια, ώστε να είναι εύκολη, νομίζω, η κατάταξή του κοντά στις παραφυάδες του κλασικού kraut/folk (Emtidi, Hoelderlin, Kalacakra κ.λπ.). Οι συνθέσεις είναι πολύ καλές, ρέουσες, και υποστηρίζονται άψογα τόσο στο φωνητικό κομμάτι τους, όσο και οργανικά – καθώς οι κιθάρες και τα σύνθια επιτυγχάνουν να δώσουν αυτό το space ξεπέταγμα, που το έχει ανάγκη και ο Will Z. και το συγκεκριμένο θέμα. Βοηθούν προς αυτό, πέραν του πρώτου τη τάξει που χειρίζεται κιθάρες, μπάσο, σύνθια, κρουστά και τραγουδά, ο Juan Arkotxa (από τους Can Am Des Puig) φλάουτο και ακόμη οι Og Musique μπάσο, κιθάρες, Sammy Goldstein ντραμς και Alice Artaud φωνητικά.
Από τα κομμάτια, τώρα, θα ξεχώριζα το εισαγωγικό “A new mirrored you” (ίσως το πιο ηλεκτρικό απ’ όλα τα tracks του άλμπουμ, με ωραίο spaced όργανο), το “The book of battles”, που έχει πληθώρα γόνιμων πλήκτρων και… αισθησιακά φωνητικά), την «Ψυχεδελική εκκλησία» (κινούμενη σε neo-psych δρόμους, στο ύφος της πάλαι ποτέ Xotic Mind), την μπαλάντα “Through the wind” (οι Incredible String Band εδώ κλείνουν το μάτι… ακόμη και στους φολκ-κραουτάδες των seventies), το βαρυφορτωμένο με εφφέ κ.λπ. “Lady Mediterranea” και άλλα…
Δεν υπάρχει μέτριο ή αδιάφορο κομμάτι στο “A New Mirrored You” τού Will Z. τούτη είναι ουσία – και να το πούμε αυτό ξεκάθαρα.

ΣΠΥΡΟΣ ΞΕΝΟΣ a space journey

Πριν δυο χρόνια τέτοιαν εποχή πάνω-κάτω είχα γράψει για το προηγούμενο LP του Σπύρου Ξένου, που είχε τίτλο “The Valley of Dreams” και που εμφάνιζε ωραία ορχηστρική και κάπως rock μουσική. Μια συνέχεια εκείνου ή κάτι άλλο τέλος πάντων έχουμε τώρα, στο A Space Journey [Xenos Music, 2017], που προσδιορίζεται στο οπισθόφυλλο του long-play από τον ίδιο το συνθέτη του ως: A space trip from Earth into the Universe. A journey through the analog sounds of synthesizers. Experience the magic trip of existence from birth to the end of life”.
Ο Ξένος, που χειρίζεται ηλεκτρικό πιάνο, ARP2600, mini moog συν κάτι KORG δεν είναι μόνος του σ’ αυτό το ταξίδι. Δίπλα του βρίσκονται ο Βασίλης Κώτσιας (αν τον τονίζω σωστά) σε ακουστικές, ηλεκτρικές κιθάρες, μπάσο, ο Χρήστος Μανωλόπουλος ντραμς και η Μάτα Κούρτη φωνητικά. Το υλικό είναι φυσικά συντεθιμένο από τον Ξένο, ενώ, σε μερικά κομμάτια, παρεμβάλλονται και space ήχοι δανεισμένοι από προγράμματα της NASA (space sound library). 
Το αποτέλεσμα είναι ευχάριστο, αλλά, ας μου επιτραπεί, κάπως απλοϊκό. Βεβαίως και η απλοϊκότητα μπορεί να έχει κι αυτή τη χάρη της μέσα σ’ έναν κυκεώνα υπερφορτωμένων πραγμάτων, συχνά άτεγκτων και απροσπέλαστων (όπως είναι πολλές σημερινές ηλεκτρονικο-κατασκευές), όμως και πάλι το “A Space Journey” κάτι παραπάνω θα χρειαζόταν από την αναντίρρητη πίστη τού Ξένου στον αναλογικό ήχο.
Τι θέλω να πω; Θα ήθελα περισσότερο εμπνευσμένες συνθέσεις (σαν την “Sentiments in low gravity” π.χ.), πιο μακριές στο χρόνο (και όχι θεματάκια, του ενός ή δύο λεπτών, χαλαρά συνδεδεμένα) και περισσότερη εκμετάλλευση των υπολοίπων οργάνων (και της φωνής ενδεχομένως). Τέλος μιαν αρτιότερη ηχογράφηση-παραγωγή θα έδινε στο “A Space Journey” ένα συνολικότερο ξεπέταγμα.
Ο Ξένος δεν είναι αδιάφορος μουσικός και δεν θα ήθελα να νομιστεί κάτι τέτοιο – εξάλλου το προηγούμενο LP του ήταν όντως «ένα απολύτως αποδεκτό και ευχάριστο άλμπουμ», όπως είχα γράψει και τότε (9/2015). Απλώς, νομίζω, πως θα μπορούσε, εδώ, να μας παρουσιαστεί ως ακόμη πιο ενδιαφέρων.