Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

LOSEN RECORDS καινούριες κυκλοφορίες από μια νορβηγική εταιρεία, που βρίσκεται στα πάνω της

ASMUNDSEN & CO: Pastorn [LOS 167-2, 2017]
Για άλμπουμ της μπασίστριας Tine Asmundsen είχα γράψει πριν χρόνια στο Jazz & Τζαζ και σε κάθε περίπτωση χαίρομαι τώρα, γιατί ξαναπιάνω δικό της άλμπουμ στα χέρια μου. Αναφέρομαι στο “Pastorn”, το tribute της Asmundsen και της Κομπανίας της στον 87χρονο νορβηγό πιανίστα Einar PastornIversen – μια μορφή της τζαζ στη βόρεια χώρα, με καριέρα που αγγίζει τα 70 χρόνια!
Μπορεί το όνομα τού Iversen (για άλμπουμ του οποίου επίσης είχα γράψει στο Jazz & Τζαζ) να μην είναι καθόλου γνωστό στην Ελλάδα, καθώς πολλοί jazz-fans ξεκινούν τη γνωριμία τους με τη νορβηγική τζαζ μέσα από τον κατάλογο της ECM (Jan Garbarek, Terje Rypdal, Arild Andersen, Jon Christensen κ.λπ.), όμως η καριέρα του (η καριέρα τού Iversen) είναι τέτοια και τόση, με αποτέλεσμα στην πατρίδα του να συγκαταλέγεται ασυζητητί μεταξύ των «ηρώων» και πιονιέρων της τοπικής σκηνής.
Γεννημένος το1930, ο Iversen (άλλως Pastorn, επειδή ο πατέρας του ήταν παπάς) γίνεται επαγγελματίας μουσικός από πολύ νωρίς και στα 23 του, το 1953, κάνει την πρώτη εμφάνισή του στη δισκογραφία με την μπάντα τού Rowland Greenberg, ενώ στα τέλη του ’50 και στις αρχές του ’60 συνοδεύει αμερικανούς μουσικούς, που έρχονται για εμφανίσεις στη Νορβηγία (στο Molde Jazz Festival π.χ. και αλλού). Μερικοί με τους οποίους έπαιξε ο Iversen ήταν και οι Lucky Thompson, Dexter Gordon, Coleman Hawkins και Johnny Griffin (όπως διαβάζουμε και στο ένθετο του CD της Losen). Στα sixties, ο νορβηγός πιανίστας ασχολήθηκε περισσότερο με επενδύσεις χορευτικών και θεατρικών παραστάσεων, δίχως να παραλείψει πάντως και την πιο προσωπική δισκογραφία – με το άλμπουμ του “Me and My Piano” (1967) να θεωρείται must (και πολύ σπάνιο στην original έκδοσή του – διατίθεται όμως σε CD). Φυσικά και όλες τις επόμενες δεκαετίες ο Iversen θα δώσει ξεχωριστές εγγραφές, με το έργο του να αναγνωρίζεται ευρέως στην πατρίδα του (εννοείται), αλλά ελάχιστα έξω απ’ αυτήν. Τώρα, βεβαίως, με την παρούσα έκδοση τής Losen, ίσως γίνει γνωστό και αλλού. Για να δούμε…
Στο “Pastorn” καταγράφονται έντεκα συνθέσεις του Iversen, από διάφορες φάσεις της καριέρας του υποθέτω (είναι ένα θέμα το ότι δεν αναφέρονται οι χρονολογίες των original εγγραφών), τις οποίες διεκπεραιώνουν οι Vidar Johansen τενόρο, Magnus Aannestad Oseth τρομπέτα, φλούγκελχορν, Rune Klakegg πιάνο, Tine Asmundsen μπάσο και Terje Engen ντραμς. Η ορχήστρα παίζει εξαιρετικά, η ηχογράφηση έχει τη σφραγίδα του Jan Erik Kongshaug, ενώ οι συνθέσεις του Iversen προσφέρουν όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία, προκειμένου να διαφανεί η ποιότητα και η αρτιότητα του Asmundsen & Co.
Στο σετ υπάρχουν tracks που έχουν άλλοτε ευρωπαϊκή και άλλοτε αμερικανική χροιά, άλλοτε euro-ballads στο nordic style δηλαδή, και άλλοτε με τυπικότερο (δηλαδή κλασικότερο) swinging, bop κ.λπ. Υπάρχουν δε και tracks ακόμη πιο «περίεργα», όπως το “Armida”, που διαθέτουν άλλου τύπου αναφορές (oriental) ή το “Eurasian goodies”, που δείχνουν ότι ο Iversen ήταν/είναι ένας μουσικός που το έψαχνε / ψάχνει και που μπορεί να εκπλήσσει, ακόμη και τώρα, με τις προτάσεις του.
Κρίμα να μην εντοπίζονται εύκολα τα παλαιά του άλμπουμ.
OLGA KONKOVA, JENS THORESEN: Old Songs [LOS 181-2, 2017]
Η ρωσονορβηγίδα πιανίστρα Olga Konkova δεν είναι χθεσινή. Βρίσκεται στη σκηνή από τα χρόνια του ’90, έχοντας ηχογραφήσει διάφορα άλμπουμ – είτε με δικά της σχήματα είτε ως συνεργάτις σε άλλα. Το ίδιο και ο κιθαρίστας Jens Thoresen. Konkova και Thoresen είχαν βρεθεί, εξάλλου, στην Norske Store Orkester του Helge Sunde γράφοντας για την ACT Music + Vision το άλμπουμ “Denada” το 2006.
Εδώ, στο “Old Songs”, το ντούο πράττει κάτι πρωτότυπο – πολύ πρωτότυπο. Πιάνει κλασικά τζαζ στάνταρντ (και κάτι από pop) και όχι απλώς τα διασκευάζει, αλλά τους… αλλάζει τα φώτα! Αλλάζει τα ακόρντα, αλλάζει τις μελωδίες, δημιουργεί νέες αρμονίες, αλλάζει ρυθμούς, tempi, διάρκειες, αισθήματα κ.λπ. – γενικώς πράττει ό,τι θέλει!
Αυτό, για να πω την πάσα αλήθεια, δεν ξέρω κατά πόσον μπορεί να λειτουργεί συνεχώς και δια παντός – αν μιλάμε για κομμάτια όπως το “Blue in green” του Miles Davis, το “Minor tweakz” (που είναι το “Giant steps” του Coltrane), το “Tristissimo” (που είναι το “The girl from Ipanema” του Jobim), το “Sol” (που είναι το “Here comes the sun” του George Harrison). Τα κομμάτια, έτσι όπως τα ξέρουμε, χάνουν κάθε αναγνωρισιμότητά τους, καθώς υπάρχουν, γενικώς, κάποια πολύ σύντομα «σχήματα», που μπορεί να μας θυμίζουν εκείνο που ξέρουμε και αγαπήσαμε.
Βεβαίως, έναν πειραματισμό έχουμε εδώ – που μπορεί να απευθύνεται στον κάθε έναν από εμάς. Τόσο σ’ εκείνους, δηλαδή, που έχουν εντρυφήσει στις συγκεκριμένες συνθέσεις, λαμβάνοντας το “Old Songs” σαν καπρίτσιο, όσο και σε κάποιους νεότερους, που δεν γνωρίζουν σώνει και καλά το παλαιό ρεπερτόριο και που μπορεί να εκλάβουν το άλμπουμ σαν κάτι, που δεν «κλωτσάει», αναγκαστικώς, και που μπορεί να φανερώνει άλλες, κρυμμένες… αρετές των κομματιών.
Μας βάζουν δύσκολα οι Konkova και Thoresen, αλλά… ας είναι.
AUDUN TRIO: Rondane [LOS 191-2, 2017]
Ακόμη ένα κλασικό σχήμα πιάνου-τρίο έχουμε εδώ, στην περίπτωση του Audun Trio, το οποίον αποτελείται από τους Audun Barsten Johnsen πιάνο, Håkon Norby Bjørgo μπάσο και Magnus Sefaniassen Eide ντραμς. Το άλμπουμ τους “Rondane” περιλαμβάνει εφτά συνθέσεις των μελών του γκρουπ, που είναι… στανταρισμένες nordic. Τζαζ δηλαδή ευρωπαϊκού τύπου, πνιγμένη στις κλασικές-ρομαντικές αναφορές, με ιδιαίτερα επεξεργασμένες αλλά πάντα απλές μελωδικές γραμμές και με αρμονικό πλούτο, χωρίς υπερβολές και εντάσεις, μα με θωπευτική ή υποδόρια επέκταση-λειτουργία.
Καθαρό γκρουπ, με ελάχιστα εφφέ και καθόλου παρελκόμενα, οι Audun Trio θα έλεγα πως εντυπωσιάζουν σε κομμάτια όπως το 7λεπτο “Rondane”, γραμμένο για το φερώνυμο Εθνικό Πάρκο της Νορβηγίας – έναν μαγικό τόπο, που περιγράφεται εξ ίσου μαγικά από το τριμελές γκρουπ. Αλλά το ίδιο εντυπωσιακά ηχούν και τα μικρότερης διάρκειας tracks, όπως το 4λεπτο “Ragtime”, που επιχειρεί να ανασκευάσει το κλασικό rag, κατεβάζοντας το τέμπο και εμμένοντας περισσότερο στην αναδυόμενη μελωδία παρά στην υπερτονισμό της ρυθμικής ακολουθίας.
Διατηρώντας αυτήν την ίδια απλή μαγική συνταγή, που στηρίζεται στη μη-κατάχρηση και την εκφραστική ολιγάρκεια, οι Audun Trio συνθέτουν αληθινά συναρπαστικά κομμάτια, όπως το εισαγωγικό “Present joy” (με χρήση και φωνητικών) ή την εντυπωσιακή, αργή, μπαλάντα “Do smalltalk with me, please”.
URO: Or [LOS 159-2, 2017]
Δεν είναι πρωτόφαντο, φυσικά, ένα σχήμα να έχει τρεις κιθαρίστες, αλλά δεν είναι και κάτι καθημερινό. Οι URO πάντως έχουν. Τον Kristoffer Spangen, ο οποίος παίζει και dobro, τον Anders Brønstad και τον Marius Igland, ενώ υπάρχει και μπάσο-ντραμς εννοείται (Torbjørn Tveit, Kristoffer Tokle). Οι πέντε τους συνθέτουν και παρουσιάζουν δέκα κομμάτια, σε τρία εκ των οποίων ακούγονται και φωνές, σαξόφωνα και φλάουτο (από guests). Όλοι οι μουσικοί, παρότι νεαροί, έχουν τη μικρή ιστορία τους κι έτσι τα μόνα που οφείλουμε να πούμε, που να έχουν και κάποιο ευρύτερο νόημα, είναι τούτα.
Βλέποντας, λοιπόν, κάποιος στο back cover αυτές τις τρεις κιθάρες και το dobro δεν μπορεί παρά να κάνει κάποιες υποθέσεις και, λογικώς, να πέσει μέσα σε αυτές. Πρώτον, δεν υπάρχει περίπτωση το άκουσμα να μην είναι και-rock. Δεύτερον, δεν υπάρχει περίπτωση το άκουσμα να μην είναι και-country. Τρίτον, δεν υπάρχει περίπτωση το άκουσμα να μην είναι, με όποιον τρόπο, και-βορειοευρωπαϊκό. Να το πω; Συμβαίνουν και τα τρία στο “Or”. Οι νεαροί Νορβηγοί παρουσιάζονται σίγουροι στα κελεύσματα τού αμερικανικού ήχου, τα οποία μπολιάζουν με έντεχνες και κάποιες φορές με… περιβαλλοντικές ενορχηστρώσεις. Και απ’ αυτήν την άποψη σίγουρα καινοτομούν.
Δεν θα τους πεις americana, σώνει και καλά, τους URO, δεν θα τους πεις τίποτα… γενικό ή ειδικό. Κι αυτό, για ένα συγκρότημα που ντεμπουτάρει, δεν είναι καθόλου μικρό.
SCHEEN JAZZORKESTER & JON ØYSTEIN ROSLAND: Tamanoar [LOS 177-2, 2017]
Η Scheen Jazzorkester είναι μία 12μελής μπάντα (μέσα και ο τενόρο σαξοφωνίστας Jon Øystein Rosland), η οποία, μέσω του “Tamanoar”, ηχογραφεί κάτι σαν σουίτα με μέρη, υπομέρη, εισαγωγές, επιλόγους και τα ρέστα. Τι ακριβώς προάγεται εδώ δεν είναι δύσκολο να το αντιληφθείς. Κάτω από τον… μανδύα της μεσαίας μπάντας έχουμε ένα σχήμα σύγχρονης-τζαζ μουσικής – και σύγχρονης και jazz δηλαδή, που επιχειρεί να ανακατέψει στοιχεία απ’ αυτά τα δύο βασικά είδη, προσφέροντάς τα μ’ έναν μάλλον αναμενόμενο τρόπο.
Οι συνθέσεις είναι όλες του Øystein Rosland, o οποίος δεν φαίνεται να έχει κάποιον ρόλο leader στην μπάντα, καθότι υπάρχουν σοπράνο και άλτο σαξοφωνίστες που παίζουν σόλι συχνότερα από ’κείνον, την ώρα που όλα δένουν με τον γνωστό λεπτολογημένο σκανδιναυικό τρόπο. Με το σουινγκάρισμα να προσφέρεται με μέτρο, και με τις κλασικότροπες μελωδίες να έχουν ανά τακτά διαστήματα την τιμητική τους, το “Tamanoar” (που αναφέρεται σε κάποιον… μυρμηγκοφάγο – τον βλέπετε και στο εξώφυλλο) είναι ένα έργο, που έχει στιγμές και φάσεις για όλους. Για όλους εκείνους που κινούνται που κινούνται μεταξύ jazz και κάποιας πιο σύνθετης αφήγησης εννοώ.
LOW-FLY QUINTET: Stop for a While [LOS 188-2, 2017]
Το Low-Fly Quintet οδηγείται από την νορβηγίδα τραγουδίστρια, με αφροαμερικανή καταγωγή, Camilla Tømta. Δίπλα της βρίσκονται ο ισπανός μπασίστας Uri Sala, η νορβηγίδα τσελίστρια Siri Snortheim και οι επίσης Νορβηγοί Ole Gjøstøl πιάνο και Skjalg Lidsheim ντραμς, κρουστά. Όλοι μαζί αποτελούν ένα όχημα τραγουδιστικής jazz, το οποίον αποδίδει πρωτότυπα και στάνταρντ (συνθέσεις των Fats Walleer, Jimmy van Heusen, Sonny Burke…). Η μπάντα είναι πολύ δεμένη και παίζει με αληθινή έμπνευση και πρωτοτυπία, κάτι που φαίνεται πρωτίστως στα δικά της κομμάτια – όπως στο bluesThank you” (μουσική-στίχοι: Tømta), στη χορευτική μπαλάντα “A sweeter dreamer” (κι αυτή της Tømta), στο παλιοκαιρινό “Stop for a while” κ.λπ. Όλα αυτά τα tracks, πάντως, ακόμη κι εκείνα που εμπνέονται από την παλαιά τραγουδιστική τζαζ (των στάνταρντ) έχουν σοβαρό λόγο ύπαρξης. Είναι εξαιρετικά άσματα, ερμηνευμένα γερά από την Camilla Tømta, διαθέτοντας τέλεια παιξίματα – ομαδικά συνήθως, αλλά και με συγκεκριμένα soli κατά τόπους, που ακούγονται «σεμνά» και πάντα εντός κλίματος (έξοχα τα «γεμίσματα» της τσελίστριας Snortheim).
Άλλη μια εξαιρετική πρόταση από τη νορβηγική Losen Records.
Επαφή: www.losenrecords.no

Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

RUDRESH MAHANTHAPPA’S INDO-PAK COALITION

Τo πιο καινούριο άλμπουμ τού ινδο-αμερικανού άλτο σαξοφωνίστα Rudresh Mahanthappa είναι αυτοέκδοση κι έχει τίτλο Agrima. Σ’ αυτό το άλμπουμ ο Mahanthappa μάς παρουσιάζεται μέσω των Indo-Pak Coalition, τους οποίους συναποτελούν οι Rez Abbasi κιθάρες και Dan Weiss ντραμς, τάμπλα. Οι τρεις τους είχαν βρεθεί προσφάτως και στο φοβερό άλμπουμ του AbbasiUnfiltered Universe” [Whirlwind Recordings, 2017], για το οποίον είχαμε γράψει εδώ στο δισκορυχείον (8/11/2017), ενώ οι Rudresh Mahanthappas Indo-Pak Coalition είχαν εμφανιστεί κατά πρώτον το 2008 με το CDApti” [Innova Recordings]. Ας υποθέσουμε λοιπόν πως το “Agrima” είναι το δεύτερο CD τους…
Το άλμπουμ είναι εξαιρετικό, εντυπωσιακό κ.λπ., κάτι που δείχνει πως αυτή η παρέα βρίσκεται σε ύψιστο δημιουργικό οίστρο – αν κρίνουμε και από το προπέρσινο “Bird Calls” [ACT Music + Vision], το πιο προσωπικό άλμπουμ του Mahanthappa, που επίσης «έκαιγε».
Και τα οκτώ κομμάτια είναι άπιαστα, με τον Ινδο-αμερικανό να παίζει μελωδικά σόλι με δύναμη μπροστά, ενώ όταν μένει πίσω τον παρακολουθούμε να αυτοσχεδιάζει, συνήθως, στην ίδια βασική γραμμή. Ακολούθως και όταν βγαίνει μπροστά ο Abbasi τον ακούμε είτε σε τεχνικά καθαρά σόλι, είτε, χρησιμοποιώντας εφφέ, να δημιουργεί περιβάλλοντα και ατμόσφαιρες, μεταφέροντας στο σύστημα και μιαν ελαφριά ηλεκτρονική χροιά. Βεβαίως, και η συμβολή του Weiss είναι ισότιμη και ισάξια, γιατί με τις τάμπλες του κάνει δυο και τρεις δουλειές – και κρατάει τα μπάσα, όταν χρειάζεται, και βγαίνει κι αυτός μπροστά και παίζει συνοδευτικά δημιουργώντας σταθερές βάσεις, αλλά και «γεμίζει» συνεχώς δίνοντας σήμα για νέες εξελίξεις.
Όλα τούτα είναι τα… προσόντα τού “Agrima”, ενός ξεχωριστού indo-jazz άλμπουμ, που έρχεται να προστεθεί στη μακριά ιστορία του είδους.
Επαφή: www.rudreshm.com

ακόμη μια αντικομμουνιστική υστερία από το γνωστό άτομο

O Τζήμερος για τη σφαγή-θηριωδία των γερμανών ναζί στα Καλάβρυτα, τον Δεκέμβρη του ’43, ενοχοποιεί τον ΕΛΑΣ!
Κατηγορεί τον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό πως δεν σεβάστηκε το δίκαιο του πολέμου (το δίκαιο των αιχμαλώτων κ.λπ.) και πως άσκησε βία κατά των ναζήδων, που είχαν σαν αποτέλεσμα τα φρικιαστικά αντίποινά τους. Αυτή η ναζιστική θεωρία, που οι χρυσαυγίτες στο πέρασμα του χρόνου την έκαναν «σημαία» τους, αναπαράγεται χρόνια τώρα (από τη δεκαετία του ’60 τουλάχιστον) και δεν είναι καινούριο φρούτο. Απλά ο Τζήμερος έρχεται να προσθέσει τις αντικομμουνιστικές αθλιότητές του στον πιο πηχτό βούρκο, που χρόνια τώρα προβάλλει με τις αναρτήσεις του.
Όταν μιλάμε για τον γερμανικό-ναζιστικό στρατό κατοχής δεν μιλάμε για έναν οποιονδήποτε κατακτητικό στρατό. Μιλάμε για κοινούς εγκληματίες, που ενεργούσαν αφιονισμένοι κάτω από τις διαστροφικές εντολές του Φύρερ. Για έναν στρατό-τέρας που διέλυσε μια χώρα, λεηλατώντας ό,τι υπήρχε και δεν υπήρχε, που κατέστρεψε ό,τι υποδομή είχε αναπτυχθεί, που δεν σεβάστηκε την επιβίωση των απλών ανθρώπων (εδώ με την αρωγή και των «συμμάχων» μας Εγγλέζων), καθώς μόνον από τους αποκλεισμούς το χειμώνα του 1941-42, και μόνο στην Αθήνα, πέθαναν από την πείνα, με τους μετριότερους υπολογισμούς, 45 χιλιάδες άνθρωποι. Φυσικά δεκάδες χιλιάδες πέθαναν και ανά την επικράτεια.
Αυτόν το ναζιστικό στρατό, τον οποίον ο ΕΛΑΣ αντιμετώπιζε ως μια βάναυση εγκληματική ορδή (και δικαίως δηλαδή), έρχεται ο Τζήμερος, σήμερα, να τον ανυψώσει ξανά στα μάτια των φιλελέρων και των σύγχρονων φασιστών, στα μάτια των απογόνων των χιτών και των ταγματασφαλιτών.
Ό,τι και να πει κανείς γι’ αυτό το άτομο είναι πλέον λίγο…

Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

STRATMAN για το “Borders of Paradise”

Stratman, για όσους ενδεχομένως δεν γνωρίζουν, είναι ο Στράτος Αλοίμονος, ένας μουσικός με παρουσίες σε Λερναία Ύδρα, Εν Πλω, Επόμενη Κίνηση και Clandestinos – ενώ και ως Stratman έχει εμφανισθεί στη δισκογραφία προγραμματίζοντας δικά του tracks ή άλλων. Το πιο πρόσφατο CD τού Stratman είναι το Borders of Paradise [Ankh Productions, 2017] και είναι εμπνευσμένο από το σύγχρονο προσφυγικό.
Οι λεγόμενες «μουσικές του κόσμου», με άλλα λόγια, συγκλίνουν πάνω στα tracks του CD και έτσι όπως δημιουργικά προγραμματίζονται οριοθετούν τις σωστές ατμόσφαιρες, είτε για να «πατήσουν» πάνω τους τα λόγια είτε για ν’ αποδείξουν, οι μουσικές αυτές καθ’ αυτές, το πώς μπορούν να σταθούν και μόνες τους, δίχως τα λεκτικά στηρίγματα. Για την επίτευξη αυτού του στόχου-σκοπού ο Αλοίμονος προσέφυγε στη βοήθεια δοκιμασμένων οργανοπαικτών, κρατώντας ο ίδιος το πάνω χέρι, ενσωματώνοντας περαιτέρω στο “Borders of Paradise” διάφορους παραδοσιακούς σκοπούς, δίνοντάς τους ένα σημερινό επίχρισμα («Κέρνα μας», «Σ’ αγαπώ γιατί ’σαι ωραία»). Από τους φίλους-μουσικούς που βρέθηκαν δίπλα στον Stratman να αναφέρουμε τον Αργεντινό Melingo, που κάνει spoken word στο “Tango rebetiko”, τον κιθαρίστα Γιώργο Μπαντούκ Αποστολάκη, τον Vahan Galstyan στο duduk, την Αγγελική Τουμπανάκη στα φωνητικά, τον Αλέκο Βρέτο στο ούτι, τον Μίμη Καφούσια (από Εν Πλω) κ.ά. – με τον ίδιο τον Stratman πάντα σε μουσικές, ενορχηστρώσεις, πλήκτρα, προγραμματισμό, ηχογράφηση και μίξη.
Πέραν του θέματος τώρα, και του κατά πόσον αυτό μπορεί να εκφράζει, περισσότερο ή λιγότερο, το σύγχρονο προσφυγικό, εγώ θα μείνω σε μερικά tracks που έχουν αληθινό μουσικό ενδιαφέρον, όπως το «Χάρισμα» με την ωραία χρήση ηλεκτρικής κιθάρας, το “Oudoo child” που διαθέτει ούτι και ήχο hammond (και που το καθιστούν μια πολύ ενδιαφέρουσα ethnic-γκρούβα σε στυλ ύστερων Embryo κ.λπ.), το instro ethnic-tranceTransit to salvation”, το τραγούδι “Borders of paradise” (που ανέστησε στη μνήμη μου τα περήφανα vibes των Πυξ Λαξ/Marc Almond στο “All my angels falling”) και ακόμη το “Delivery boy, Greco Pakistani”, που ανακατεύει Δύση με Ανατολή με τον ωραίο τρόπο της asian dub σκηνής (Badmarsh & Shri, Thievery Corporation, Up Bustle & Out, Nitin Sawhney κ.λπ.).
Ενδιαφέρουσα προσπάθεια από τον Stratman, με κάποια πολύ καλά, κατά τόπους, κομμάτια.

Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 62

13/12/2017
Στα χρόνια των μνημονίων αναπτύσσεται από τα φιλελέδικα κέντρα μια επίθεση σκωπτικού, τάχα, περιεχομένου προς τον παπανδρεϊσμό της δεκαετίας του ’80.
Τα κέντρα αυτά παρουσιάζουν την τότε ΠΑΣΟΚική διακυβέρνηση (που τη συνδέουν δολίως με τον Τσίπρα - ουδεμία σχέση) σαν την μήτρα όλων των σημερινών κακών, αγνοώντας επιδεικτικά το άθλιο δεξιό κατεστημένο – την εμετική δουλικότητα προς τα ξένα συμφέροντα του Λαϊκού Κόμματος, την ΕΡΕ της βίας και της νοθείας, τη χούντα, τη μεταχουντική «δημοκρατική» μεταμφίεση της ΝΔ, τον ξεπουλημένο μητσοτακισμό… και σημιτισμό.
Επιχειρούν, δηλαδή, να ρίξουν όλο το φταίξιμο σε μιαν ιστορική περίοδο, που είχε και καλά στοιχεία ή και πολύ καλά κατά τόπους – όταν εκδηλώθηκε για πρώτη φορά στην μετεμφυλιακή Ελλάδα η διάθεση να ασκηθεί ουσιαστική λαϊκή πολιτική, που θα τραβούσε από το βούρκο, το περιθώριο και την ανέχεια τη μισή τουλάχιστον ελληνική κοινωνία.
Προσωπικά, όλες αυτές τις νεοφυείς φιλελέδικες αρλούμπες τύπου «παλιό ΠΑΣΟΚ το ορθόδοξο» τις φτύνω… 

13/12/2017
Όταν ακούς Διεθνή Σύνοδο για το κλίμα να ξέρεις πως, ως μπανανία, θα βάλεις βαθιά το χέρι στην τσέπη για ακόμη περισσότερες περιβαλλοντικές εισφορές, φόρους, τέλη, δασμούς, παράβολα, ενεργειακά πιστοποιητικά, λεηλασία παραγωγικών ενεργειακών μονάδων, απάτες με φωτοβολταϊκά ή αιολικά πάρκα κ.λπ. τρέφοντας νέες στρατιές πράσινων γραφειοκρατών και αεριτζήδων…  

12/12/2017
Η Ρούλα Πατεράκη τα χώνει στην καλλιτεχνία, που έχει δει στο προσφυγικό έναν τρόπο για να είναι «μέσα» στα πράγματα, κάνοντας «παιγνίδι» και βγάζοντας φράγκα. Όσο «μέσα», όσο «παιγνίδι» και όσα φράγκα...
«Τώρα, για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, τη στιγμή που υπάρχουν αυτοί οι κραδασμοί σε όλη την Ευρώπη και πνίγονται δίπλα μας άνθρωποι, το να γράψεις, να βγεις στο θέατρο και να πεις έναν μονόλογο, είναι γελοίο για εμένα. (…) Είναι σαν μην έχεις να πεις τίποτα. Καλύτερα θα έλεγες για τον Λόρδο Βύρωνα, δηλαδή, θα ήταν πιο χρήσιμο να πεις για το ’21, παρά γι’ αυτό (…) αφού είναι τόσο νωπό το πράγμα και έχει πέτσες και πληγές, δεν μπορείς να κάνεις κάτι. Το κάνεις, για να πουλήσεις ή επειδή νομίζεις ότι προσφέρεις».
https://www.vice.com/gr/article/j5dmvb/h-royla-paterakh-exei-bare8ei-to-8eatro

12/12/2017
Δεν είμαι φαν του Διονύση Τσακνή, καθώς σταμάτησα να τον παρακολουθώ καλλιτεχνικά από τα τέλη του ’80 – φυσικά, θα έχω πάντα στη δισκοθήκη μου εκείνο το ακριβό πρώτο LP του «Η Μπαλάντα του Ταξιδιώτη» από το 1983– αλλά σαν άνθρωπο τον εκτιμώ. Και τούτο, όχι επειδή κάποτε σφίξαμε τα χέρια στο μπαρ τού Πλακιά στην Τιμοθέου, στο Παγκράτι (αν και πάντα μια χειραψία, ένα βλέμμα και δυο λόγια μπορούν να σου δώσουν ακράδαντα στοιχεία για το ποιόν ενός ανθρώπου, του όποιου ανθρώπου).
Τον Τσακνή τον εκτιμώ, χοντρικά, γι’ αυτά που λέει και γράφει ή έγραφε (παλιά στην Ελευθεροτυπία). Δεν σημαίνει πως συμφωνώ με κάθε τι που έχει πει ή λέει, αλλά αναγνωρίζω στο λόγο του μιαν… ασυμβατότητα σε σχέση με τον λεκτικό κιμά των φιλελέδων (σήμερα) και αυτό μου αρκεί. Και θα εξακολουθώ να υποστηρίζω κάτι τέτοιο, όσο θα του την πέφτουν οι Μανδραβέληδες και οι Πετρουλάκηδες.  

11/12/2017 
Το απόγευμα άκουγα ένα ιταλικό συγκρότημα καινούριο, τζαζ, που μου θύμισε πάρα πολύ κάτι από το ασύλληπτο άλμπουμ του Frank Zappa και των Mothers “The Grand Wazoo” (1972). Αυτό το άλμπουμ είναι ένα σκέτο αριστούργημα, γεμάτο με καταπληκτικές συνθέσεις γραμμένες για big band, ενώ περιέχει το ωριμότερο fusion που έγραψε και ενορχήστρωσε ποτέ αυτός ο μεγάλος συνθέτης. Για μένα στην τριάδα των κορυφαίων ζαππικών LP, μαζί με το “Hot Rats” φυσικά και με τρίτο… δεν μπορώ εύκολα να αποφασίσω… Τείνω προς το “Absolutely Free”. Ακούω, ευχαρίστως, διαφωνίες...  

11/12/2017 
Υπάρχουν κάποιοι που θέλουν να γράψουν για ροκ πρόσωπα και γράφουν όλο ασυναρτησίες. Ένας απ’ αυτούς είναι και ο Δημήτρης Νανούρης της Εφημερίδας των Συντακτών, ο οποίος προσφάτως (8/12/2017) ασχολήθηκε με τον Jim Morrison (είναι η αστεία αφορμή να γράφεις για μια φίρμα με αφορμή τη μέρα που γεννήθηκε ή πέθανε).
Ο Νανούρης αναπαράγει διάφορα βιογραφικά στοιχεία, γνωστά για τους Doors και τον Morrison από αιώνες, πληροφορώντας μας συγχρόνως πως ο μακαρίτης είχε «υψηλότατο IQ» και πως… είναι «Ιλιγγος στη σκηνή ο Τζιμ Μόρισον, διότι όντως περί του Δημητράκη πρόκειται (και) προκαλεί παραλήρημα στα πλήθη». Άκου… Δημητράκης!
 Συγχρόνως ξαναρίχνει στο τραπέζι διάφορα κουτσομπολιά σχετικά με τον Morrison και τα ναρκωτικά, μας «πληροφορεί» για το ελληνικό επίγραμμα στον τάφο του «Κατά τον Δαίμονα Εαυτού» (που το μεταφράζει… «αφοσιώσου στη συνείδησή σου»), τελειώνοντάς μας με το αμίμητο πως τον θάψανε… «στη γωνιά των ποιητών του ονομαστού κοιμητηρίου Περ Λασέζ, κοντά στους Μολιέρο, Μπαλζάκ και Οσκαρ Ουάιλντ».
Ναι, είχαν προβλέψει από την εποχή του Μολιέρου πως ο ποιητής Μόρισον θα πέθαινε στο Παρίσι και του κάνανε χώρο… Όλο μαλακίες...

10/10/2017
Από πού στο διάολο ήξερε ο Λάμπρος το “Sugar man” του Sixto Rodriguez το 1988; Τον έχω συναντήσει τόσες φορές (τον Λάμπρο, aka R.R. Hearse) κι όλο ξεχνάω να τον ρωτήσω…

10/12/2017
Τζαζ φωτοκολάζ της Βάσως Κυριάκη
(περιοδικό ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΕΣ #2, 7 Μαρτίου 1970)

9/12/2017
O κάθε παπάρας του τζετ-σετ βγαίνει και λέει πως… ναι, έπαιρνα ναρκωτικά, αλλά τώρα τα έκοψα, γιατί δε μου προσφέρουν τίποτα. Και γιατί το κάνει αυτό κατά βάση; Για να μας δείξει ότι και «έζησε» (σ’ εμάς τον απλό λαό), και πως δε «μάσησε» (μάγκας και-καλά) και πως όταν γούσταρε έβαλε τα… δυνατά του και τα έκοψε (η… δύναμη της θέλησης και τρίχες κατσαρές).
Δεν υπάρχει μεγαλύτερος και επικινδυνότερος μαλάκας, στο θέμα «ναρκωτικά», από τον ντεμέκ μεταμελημένο, που βγαίνει και πουλάει «γνώση και συμμόρφωση».

οι WINGFIELD, REUTER και SIRKIS προτείνουν ένα εξαιρετικό progressive-fusion άλμπουμ

Στην αρχή της χρονιάς (27 Φεβ. 2017) είχα αναφερθεί στο άλμπουμ “The Stone House” [WRSS/ MoonJune], το οποίο υπέγραφαν οι Mark Wingfield κιθάρες, Markus Reuter touch κιθάρες (παίζεις και με τα δύο χέρια στο μπράτσο), Yaron Stavi μπάσο και Asaf Sirkis ντραμς. Τρεις απ’ αυτούς τους μουσικούς, ο Wingfield, ο Reuter και ο Sirkis (δύο κιθαρίστες κι ένας ντράμερ δηλαδή) συναντιούνται ξανά σ’ ένα στούντιο, κάπου στην Καταλονία, για να ηχογραφήσουν ένα νέο CD, με εφτά κομμάτια… ορχηστρικής μουσικής. Μ’ ένα instrumental άλμπουμ έχουμε να κάνουμε δηλαδή, που έχει το δικό του τρόπο (τον τρόπον εκείνο, που του έχουν προσδώσει οι μουσικοί) για να σε παρασύρει στο... χώρο και τη γοητεία του.
Ποιος είναι ο χώρος του; Χοντρικά θα λέγαμε ο ίδιος μ’ εκείνον του “The Stone House”. Το progressive fusion, που έχει, ταυτοχρόνως, και γοητεία εξασφαλισμένη.
Πού οφείλεται η γοητεία τού Lighthouse [MoonJune, 2017]; Σε διάφορα τινά. Κατ’ αρχάς στο γεγονός πως έχουμε να κάνουμε με παικταράδες. Με ανθρώπους που δένουν κόμπους τα όργανά τους. Δεύτερον. (Έχουμε να κάνουμε) με μουσικούς που μπορούν να συνεργάζονται με κλειστά μάτια, αναπτύσσοντας πάνω στη βράση θέματα και μελωδίες, κάνοντας τους αυτοσχεδιασμούς τους ν’ ακούγονται σαν συνθέσεις. Τρίτον, στο γεγονός πως ο περφεξιονισμός τους δεν αποβαίνει σε βάρος της πρωτοτυπίας και του αισθήματος, καθώς όλα τα tracks του “Lighthouse” (και τα εφτά) ακούγονται με απαράμιλλη άνεση και ενδιαφέρον. Τέταρτον, στην διάθεση, που προβάλλεται, τής ανανέωσης και του καινούριου φινιρίσματος παλαιών ιδιωμάτων, που, δια του τρόπου των Wingfield, Reuter και Sirkis, αποκτούν ξανά τη χαμένη τους φρεσκάδα και νέα ανεξίτηλα χρώματα.
Πολλοί, μέσα στα χρόνια καταφέρονται εναντίον του fusion –κάτι που ξεκινά, χοντρικά, από τα μέσα της δεκαετίας του ’70– και ίσως δεν έχουν άδικο, καθώς γρήγορα ξέπεσε σε κάτι αναμενόμενο και προφανές. Μετά τα μέσα των 90s, με την ανάπτυξη διαφόρων νέων κιθαρών (synths guitars, touch guitars κ.λπ.) δόθηκε η δυνατότητα (και) σε νεότερους μουσικούς (σπουδαγμένους, διαβασμένους και με ακούσματα) να πειραματιστούν με ήχους και ακολουθίες ήχων, εντάσσοντας τα νέα δεδομένα στα παλαιά patterns. Κάπως έτσι το fusion ανανεώθηκε, καθώς πειραματικά, progressive, ψυχεδελικά, ambient, avant, improv και ηλεκτρονικά στοιχεία, μπλέχτηκαν με τα προαιώνια τζαζ και ροκ, δημιουργώντας νέα δεδομένα.
Το “Lighthouse” είναι ακριβώς ένα τέτοιο άλμπουμ «νέων δεδομένων», που κάνει το fusion ν’ ακούγεται το ίδιο ενδιαφέρον όπως στα τέλη του ’60 και τις αρχές του ’70.
Εξαιρετικό!
Επαφή: www.moonjune.com

Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

BLUES REVIVAL 29: FURRY LEWIS (1899;-1981)

Υπάρχει η αίσθηση πως από τους παλαιούς bluesmen που επανέκαμψαν στα χρόνια του ’60 ο Furry Lewis υπήρξε ο πιο προβεβλημένος – κάτι που οφείλεται, βασικά, στο γεγονός πως βρέθηκε με καλή υγεία μέχρι και τα γεράματά του. Έχοντάς τον δει «ζωντανό» στο ντοκιμαντέρ τού Ροβήρου Μανθούλη Le Blues Entre les Dents (1973), που προβλήθηκε και στην Ελλάδα στα μέσα της δεκαετίας του ’70 υπό τον τίτλο Μπλουζ με Σφιγμένα Δόντια, μπορούμε να υποστηρίξουμε πως ο Furry Lewis υπήρξε ένας πράος, όσο και γλυκός άνθρωπος – και περαιτέρω ένας αληθινός songster, ο οποίος σχεδόν ποτέ δεν εμφανίστηκε με κάποιον άλλο μουσικό δίπλα του. Μέσα απ’ αυτήν τη διαμορφωμένη αυτοπεποίθηση, στην οποία πιθανώς να συνέβαλε κι ένα σοβαρό ατύχημα που είχε το 1917, όταν πήδησε από τραίνο με αποτέλεσμα να τραυματιστεί και τελικώς να χάσει το πόδι του, ο Furry Lewis θα καταφέρει να γράψει 25 θέματα ανάμεσα στα χρόνια 1927-1929, με κάποια τουλάχιστον απ’ αυτά (“Kassie Jones I, ΙΙ”, “John Henry I,II”), να συγκαταλέγονται μεταξύ των σημαντικών εγγραφών εκείνης της εποχής.
Ο Furry Lewis στην ταινία του Ροβήρου Μανθούλη Le Blues Entre les Dents
Τον Φεβρουάριο του 1959 ο Sam Charters βρισκόταν στο Μέμφις, προκειμένου να συναντήσει και να συζητήσει με τον Will Shade των Memphis Jug Band. Σ’ εκείνη την κουβέντα ο Charters μνημόνευσε πολλά ονόματα παλαιών μουσικών, από τα οποία ο Shade «σκόνταψε» σε ένα – σ’ εκείνο του Furry Lewis. (Όπως γράφει ο Bob Groom, o Lewis είχε συναντηθεί τυχαίως με τη γυναίκα τού Shade μια βδομάδα νωρίτερα!). Έτσι, όπως αντιλαμβάνεστε, η στιγμή όπου θα εντοπιζόταν ο Lewis από τον Charters δεν θ’ αργούσε πολύ.
Ο Lewis δούλευε στο Μέμφις και είχε σχεδόν εγκαταλείψει τη μουσική, αφού δεν διέθετε πλέον ούτε κιθάρα. Μια Epiphone όμως, που νοίκιασε ο Charters, και την οποίαν του έδωσε για λίγο, ήταν κίνηση αρκετή για να πάρουν φωτιά τα χέρια τού θρύλου μουσικού, ερμηνεύοντας επιτόπου τα “John Henry” και “Im going to Brownsville”.
Κι έτσι κάπως το πρώτο άλμπουμ δεν θα αργήσει να έλθει – όπως και τα δύο επόμενα LP για την Prestige, τα οποία δικαίως θεωρούνται από τις σημαντικότερες εγγραφές του blues revival, αφού περιέχουν έξοχες εκτελέσεις των “John Henry”, “Shakeem on down”, “Roberta”, “Casey Jones”, “Frankie and Johnnie”, “Gointo Kansas City” κ.λπ.
Ένα μικρό χάσμα στην ιστορία μας κι ένα ακόμη εντυπωσιακό session στο Μέμφις (21 Ιουλίου 1968) θα δει το φως της δισκογραφίας μέσω της βρετανικής Blue Horizon (σε παραγωγή του Mike Vernon φυσικά και με σημειώσεις στο οπισθόφυλλο από τον Paul Oliver).
Έκτοτε οι δίσκοι του Furry Lewis θα διαδέχονται ο ένας τον άλλον, το Playboy θα δημοσιεύσει συνέντευξή του στον Stanley Booth (Απρίλιος 1970) και ο πάντα ευπροσήγορος μουσικός θα βρεθεί στα seventies με όλη τη δόξα του blues στις πλάτες του. Άξιος! 
Δισκογραφία (επιλογή)
1. Furry Lewis – Folkways FA 3823 – 1959 
2. Back on my Feet Again – Prestige PRST 7810 – 1961
3. Done Changed my Mind – Prestige / Bluesville – BVLP 1037 – 1961 
4. Presenting the Country Blues – UK. Blue Horizon 7-63228 – 1969
5. On the Road Again – Adelphi AD 1007 – 1969 (με Bukka White και Gus Cannon
6. Various – Memphis Country Blues Festival / Stars of the 1969-1970 – Sire SES 97015 – 1970
7. In Memphis – UK. Matchbox / Roots SDR 190 – 1970 (rec. 9/1968) 
8. When I Lay my Burden Down – Biograph BLP 12017 – 1970 (με Fred McDowell) 
9. Live at The Gaslight at The Au Go Go – Ampex A-10140 1971 
10. Beale Street Blues – FR. Barclay XBLY 920.352 T – 1971 (rec. Μέμφις, 5/1969)
11. At Home with Friends – ASP Records ASP 1 – 1972 (με Bukka White) 
12. The Fabulous Furry Lewis / American Blues Heritage Series - Volume 3 – Southland  SLP-3 – 1973 (rec. 6/1973)
13. Take your Time – Adelphi / Genes GCD 9911 – 2000 (με Lee Baker, Jr.) 
14. Party! at Home – Arcola ACD 1001 – 2001 (με Bukka White) 
15. Good Morning Judge / Recorded by George Mitchell in 1962 – Fat Possum CD 80374 – 2003 
16. The Complete Blue Horizon Sessions – UK. Sony / Blue Horizon CD 88697041792 – 2007 (με Mississippi Joe Callicott)

NORBERT STEIN / PATA MESSENGERS πά(ν)τα jazz με ανατροπές και εκπλήξεις

O Γερμανός Norbert Stein είναι ένας τενόρο σαξοφωνίστας, για τον οποίον έχω γράψει κι άλλες φορές στο δισκορυχείον. Βεβαίως είχα ξεκινήσει να γράφω γι’ αυτόν από το Jazz & Tζαζ, για να συνεχίσω εδώ στο blog με τα άλμπουμ του “Silent Sitting Bulls” (2010), “Pata on the Cadillac” (2012) και “Das Karusell” (2015). Τώρα έχω στη διάθεσή μου το πιο πρόσφατο CD τού Norbert Stein και του συγκροτήματός του, των Pata Messengers (Philip Zoubek πιάνο, Joscha Oetz κοντραμπάσο, Etienne Nillesen προετοιμασμένα snare drums, κύμβαλα – οι υπόλοιποι τρεις), που έχει τίτλο We Are [Pata Music, 2017] και το οποίον είναι μια εξ ίσου ενδιαφέρουσα πρόταση.
Πάντα είχαν ενδιαφέρον τα άλμπουμ των Pata Messengers θέλω να πω, επειδή η jazz που αρέσκονται να παίζουν είναι γεμάτη με ανατροπές και εκπλήξεις. Θα μπορούσε να γράψει κάποιος για έναν τύπο ελεύθερης τζαζ, χωρίς ιδιαίτερες δεσμεύσεις, που προκρίνει το ομαδικό πνεύμα, με το τενόρο βεβαίως να έχει την πρωτοκαθεδρία, αλλά και με το πιάνο και το ρυθμικό τμήμα να συντονίζονται εξ ίσου καλά πάνω στο γενικό καμβά. Υπάρχουν και άλλα χαρακτηριστικά, πάντως, της jazz των Pata Messengers και αυτά μπορεί να έχουν να κάνουν ακόμη και με το χιούμορ, το παιγνίδι μεταξύ των μελωδικών θεμάτων (που άλλοτε είναι σύντομα και άλλοτε με επαρκείς αναπτύξεις), τη χρήση των ακουστικών εφφέ, τις «αλλαγές» και τα αναπάντεχα γεμίσματα (από το πιάνο κυρίως) κ.λπ. Αν και θεωρητικώς έχουμε να κάνουμε με συνθέσεις (όλες ανήκουν στον Norbert Stein), στην πράξη η έννοια της σύνθεσης τακτικά αναιρείται από το ίδιο το γκρουπ. Κι εδώ υπεισέρχεται ο παράγοντας του δημιουργικού αυτοσχεδιασμού, που κάνει τα κομμάτια ν’ ακούγονται, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο, αναπάντεχα και συχνά με μιαν αίσθηση επιτόπιας ολοκλήρωσης.
Υπάρχουν δύο 7λεπτα κομμάτια στο “We Are”, που ακούγοντάς τα μπορείς να συμπεράνεις πολλά για την jazz των Pata Messengers.
Το πρώτο έχει τίτλο “What we are”, βρίσκεται στη μέση τού σετ και πρόκειται ουσιαστικά για ένα blues, που αναπτύσσεται σε τρία στάδια. Θα το έλεγες και σύγχρονο bop, με γρήγορη μπασογραμμή που κεντάει, εκκωφαντικό παίξιμο από τον Stein (στην αρχή) και πιάνο από τον Zoubek ακολούθως (με συνεχή ανεβοκατεβάσματα και με σφοδρή κινητικότητα και στα δύο χέρια). Στο τελευταίο μέρος του, και λίγο πριν το κλείσιμο, το κομμάτι αποκτά μια διαφορετική χροιά, καθώς γίνεται περισσότερο… ευρωπαϊκό, με ωραία μελωδική επαναφορά ρομαντικής οπωσδήποτε κατεύθυνσης. Στο προτελευταίο “Mellstones” το τενόρο βγαίνει πιο μπροστά από τα υπόλοιπα τρία όργανα, υποστηρίζοντας μια μελωδία με επαναληπτικά στοιχεία, παραχωρώντας θέση στο ρυθμικό τμήμα και το πιάνο, που ακούγονται μόνα τους για περίπου ένα λεπτό, πριν «γεμίσει» και πάλι το τενόρο με «κοντά» φυσήματα, δίνοντας ακόμη περισσότερο χώρο στα υπόλοιπα όργανα, σχολιάζοντας χαμηλά και τεχνικά. Λίγο πριν το τέλος το τενόρο επανατοποθετείται στο ύψος του, κλείνοντας με το αρχικό σχήμα.
Συνοψίζοντας, θα έλεγα πως το “We Are” συνεχίζει στην παράδοση των προηγούμενων άλμπουμ του Norbert Stein και των Pata Messengers, εμβαθύνοντας σε όλα τα τζαζ μέτωπα.
Επαφή: www.patamusic.de