Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

JEAN-MARC FOUSSAT / ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΩΛΑΚΗΣ μαγικο-θρησκευτικο-επιστημονικά δρώμενα

Το Substunce Sans Scrupule [Άγιος Άνθρωπος/ Ηρακλής/ Coherent States/ more mars/ noise-below/ Robbery Alarm Records, 2017] είναι μια συμπαραγωγή έξι(!) ελληνικών labels (υποθέτω πως και το Robbery Alarm είναι ελληνικό), που υπογράφουν ο γνωστός στο χώρο του ηλεκτρονικού πειραματισμού Γαλλοαλγερινός Jean-Marc Foussat και ο έλληνας συνάδελφός του Γεώργιος Καραμανωλάκης (από Οδός 55 κ.λπ.).
Για το ποιος είναι ο Foussat μπορεί ο καθείς να ανατρέξει στο δίκτυο (να διαβάσει και ν’ ακούσει). Επιγραμματικώς να πούμε πως ο άνθρωπος βρίσκεται στη σκηνή από τα πρώτα χρόνια του ’70, ως μέλος διαφόρων πειραματικών progressive συνόλων (Phyllauxckzairrâh N° III, Le Lézard Marçio κ.ά.), εγγραφές των οποίων ακούστηκαν για πρώτη φορά στο τετραπλό CDAlternative Oblique” το 2015 και πως η προσωπική δισκογραφία του (στο discogs) περιλαμβάνει 20 άλμπουμ (πέραν των συμμετοχών του σε άλλες ομάδες). Αυτός λοιπόν ο μουσικός, με τα πολλά και σοβαρά credits, συνεργάζεται με τον Καραμανωλάκη για τη δημιουργία ενός άλμπουμ, που μπορεί να… τρυπήσει αυτιά με τη δύναμη και την οξύτητα των ηχητικών κυμάτων του.
Με ένα κομμάτι ανά πλευρά, το Substunce Sans Scrupule” δεν είναι ένα LP για τον καθέναν. Είναι ένα άλμπουμ για… τριακόσιους αυστηρά μυημένους στα πεδία της σκληρής musique concrète (από François Bayle, Bernard Parmegiani και πέρα…) και κυρίως εκείνης της εικονοκλαστικής επέκτασής της προς τον ακραίο ηλεκτροστατισμό και τον έντονο, και παρατεταμένο συχνά, θόρυβο.
Οι δύο πειραματιστές, και στα δύο tracks του LP, το “Substunce sans scrupule” και το «Μαγικο-θρησκευτικο-επιστημονικά δρώμενα», μετέρχονται πλήθος ηλεκτρονικών πηγών (το κλασικό EMS Synthi AKS είναι βασικό, μα και άλλα διάφορα μηχανήματα, που μανιπουλάρουν φωνές και ήχους, όπως και πιο συμβατικές ακουστικές πηγές, παιγνίδια φερ’ ειπείν ή jews harps, που χειρίζεται ο Foussat), κατορθώνοντας να δημιουργήσουν, ιδίως στην περίπτωση του «δρωμένου», μιαν εξώκοσμη και ταυτοχρόνως χθόνια κατάσταση, ανακατεύοντας προχωρημένους ήχους με αρχέγονες παραδοξότητες (και βασικά φωνές). Το αποτέλεσμα αυτής της αυθόρμητης(;) συνύπαρξης είναι πλήρως υποβλητικό ως άκουσμα και πολύ κοντά ή μάλλον πάνω-καταπάνω (και) σ’ εκείνο που, μέσω τίτλου, εξωφύλλου και ενθέτου (στο εικαστικό μέρος αναφέρομαι), οι δύο πειραματιστές προβάλλουν. Τον συνδυασμό εννοώ του παγανιστικού χθες με το ορθολογικό σήμερα.
Πρέπει ν’ ακούσει κάποιος για να μπει αληθινά στο πνεύμα...

Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

MIKΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 71

16/1/2018
Οι μπαρούφες που γράφονται, εδώ, δεν χρήζουν ανάλυσης. Σχεδόν κάθε λέξη θέλει πολυποίκιλο διόρθωμα. Και δεν αναφέρομαι μόνο στους… Αμερικάνους Cream.
Τέσσερις άνθρωποι, που πληρώθηκαν για να γράψουν το βιβλίο Μουσικής της Α Γενικού Λυκείου, δεν μπορούν να διατυπώσουν σε κατανοητά ελληνικά ό,τι μετέφρασαν από τ’ αγγλικά.
Το ζήτημα, βεβαίως, δεν είναι τα «καλά αγγλικά», που μπορεί να ξέρει ή να μην ξέρει κάποιος (Έλληνας). Το μεγάλο πρόβλημα είναι η άγνοια της ροής της ελληνικής γλώσσας, από 'κείνους που καλούνται να γράψουν σχολικά βιβλία. Είναι τα ανεπαρκή ελληνικά τους.

15/1/2018 
Πάντα χρειάζεται να είσαι cool και ο... ζάπλουτος σαγόνιας εδώ δείχνει ένα δρόμο τέλος πάντων, μ' αυτό το απίθανο, κάπως σαν ψίθυρος, τραγούδισμα...

15/1/2018 
«Πού μπορείς να φας κρέπες ακούγοντας τζαζ»;
Η τζαζ στην Ελλάδα –αυτό που εννοούν διάφοροι τυχάρπαστοι ως τζαζ– παραμένει δυστυχώς από τα τέλη του ’80 και οπωσδήποτε από τα nineties και μετά (όταν για… τζαζ άρχισαν να γράφουν τα περιοδικά του Κωστόπουλου και εν συνεχεία σχεδόν όλα τα ανάλογα υπόλοιπα) ένα συστατικό κομμάτι του κολωνακιώτικου life-style. Αυτού του γελοίου life-style, θέλω να πω, που συνέδεσε την τζαζ με τα φράγκα και την καλοπέραση… τους λιγούρηδες με τα πούρα και τα σούργελα με τα κουλτουρέ νυχτερινά ντυσίματα. 
Εντάξει, τώρα το πράγμα έχει «κάτσει», αλλά δεν έχει παύσει να εκπέμπεται από καιρού εις καιρόν η ίδια αηδία, έστω και σε μικροποσότητες…

14/1/2018 
KYΡΙΑΚΗ

Κυριακή μες στο χειμώνα, 
Κυριακή χωρίς φωτιά
και τα κρύα χέρια μόνα 
πάνω στ’ άγραφα χαρτιά. 

Με τα χέρια στα μαλλιά μου
άσκοπα κοιτάζω μπρος μου:
είναι, τάχα, τα χαρτιά μου
η κατάκτηση του κόσμου;

Κυριακή μες στο χειμώνα
με τις νοσταλγίες του θέρου•
κρύα χέρια, χέρια μόνα
στ’ ωχρό πρόσωπο ενός γέρου.

Αχ, οι δρόμοι ειν’ όλοι άδειοι
μα τα μάτια μου ειν’ εκεί
και τους βλέπω ένα βράδυ
καλοκαίρι, Κυριακή…

Νοσταλγίες που ζουν μάταια
στ’ αυγουστιάτικο όνειρό των,
τότε που ήτανε τα μάτια
ταχυδρόμοι των ερώτων.

Κυριακή μες στο χειμώνα:
το βιβλίο και το γραφείο
κι η καρδιά μέσα στο σώμα
τάφος σε νεκροταφείο.
Μήτσος Παπανικολάου «Ποιήματα» (εισαγωγή και επιμέλεια Τάσου Κόρφη), Εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος 1966
(Ποιήματα αντιγραμμένα πάντα από βιβλία, ποτέ από το internet)

τρία CD σύγχρονης jazz από το Βέλγιο, την Αυστρία και τη Σουηδία

DE GROOTE-FAES DUO: Symphony for 2 Little Boys [Vlaamsekunst / Sabam, 2017]
Το λέει το όνομά τους. Το Groote-Faes duo είναι ένα ντουέτο (από την Αμβέρσα), το οποίο αποτελούν οι Bruno de Groote ηλεκτρική κιθάρα και Ben Faes κοντραμπάσο… με τον σημαντικό τρομπετίστα Dave Douglas να συνοδεύει σε τρία κομμάτια και με το ύφος των συνθέσεων του σχήματος να είναι ενδιαφέρον και σίγουρα ποικίλο. 
Αναλόγως με τη σύνθεση διαμορφώνονται-εμφανίζονται και οι επιρροές τού ντούο, που είναι σε γενικές γραμμές… ευρέος φάσματος. Υπάρχουν συνθέσεις, όπως φερ’ ειπείν η αρχική “Le métropolitain”, στις οποίες ανιχνεύεις rock ακόρντα, άλλες, όπως η επόμενη “Bastien” στην οποία «πιάνεις» μέχρι Μπαχ και άλλες, όπως η τρίτη στη σειρά “Fermeture”, που ανακαλούν στη μνήμη περισσότερο avant-πειραματικές-ethnic διαστάσεις στην παράδοση ορισμένων projects του John Zorn (των Masada φερ’ ειπείν).
Η ποικιλία και η ολοφάνερη ανάγκη για «παιγνίδι» είναι ό,τι μετατρέπει το “Symphony for 2 Little Boys” σ’ ένα άλμπουμ ευχάριστο, που δεν χάνεται κάτω από το βάρος των αναφορών του. Απεναντίας, τούτες υποτάσσονται στην ευστροφία των μουσικών.
SALESNY / SCHABATA / PREUSCHL / JOOS: Jekyll & Hyde [JazzWerkstatt / Lotus, 2017]
Η JazzWerkstatt είναι μια δυνατή ετικέτα από την Αυστρία, που καταγράφει χρόνια τώρα την jazz και improv-jazz σκηνή της χώρας. Στο δισκορυχείον υπάρχουν πολλές αναφορές στην JazzWerkstatt και μία ακόμη αφορά στο πιο πρόσφατο άλμπουμ τού άλτο σαξοφωνίστα και μπάσο κλαρινετίστα Clemens Salesny, που έχει τίτλο “Jekyll & Hyde” και που ολοκληρώνεται σε συνεργασία με τους Woody Schabata βιμπράφωνο, Raphael Preuschl bass guitar, μπάσο ukulele και Herbert Joos κορνέτα. Απ’ αυτούς τους μουσικούς ο Schabata έχει υπάρξει μέλος της περίφημης Vienna Art Orchestra, ενώ ο Γερμανός Herbert Joos είναι ένας αναγνωρισμένος αυτοσχεδιαστής, με δισκογραφία σε Japo, FMP, ECM κ.λπ. Αυτοί οι τέσσερις μουσικοί (δύο νεότεροι και δύο «καραβάνες») συνεργάζονται, εδώ, σ’ ένα σετ δώδεκα πρωτότυπων tracks, που δύσκολα σε αφήνουν αδιάφορο ή ασυγκίνητο.
Η μουσική του κουαρτέτου, που είναι, γενικώς, μέσου και αργού τέμπου, με πολύ λελογισμένες εξάρσεις, διαθέτει κάτι το ανεπιτήδευτα παλιομοδίτικο – κάτι σαν… noir jazz ορισμένες φορές, έτοιμη να «ντύσει» ανάλογες κινηματογραφικές εικόνες. Όχι πως δεν υπάρχουν και πιο ελεύθερες αυτοσχεδιαστικές στιγμές, μέσα στις οποίες εμπεριέχεται ακόμη και το πείραμα, αλλά, να, συχνά τα κομμάτια των Salesny, Schabata, Preuschl και Joos διαθέτουν αυτό το κλασικό bop και bluesy feeling, που δεν απαιτεί πολλά τερτίπια, για να σου αποδώσει το μέγιστο.
DAVID’S ANGELS: Traces [Kopasetic Productions, 2017]
Οι Davids Angels είναι ένα κουαρτέτο από τη Σουηδία, που ξεχωρίζει για ένα λόγο. Ένα από τα τέσσερα βασικά όργανα των μελών του είναι η… φωνή. Η φωνή ως όργανο-όργανο (με βοκαλισμούς κ.λπ.), αλλά και ως τυπική φωνή, ως απλό όργανο δηλαδή, τραγουδώντας. Συνηθισμένο; Δεν θα το έλεγα… Μέλη των Davids Angels είναι η Sofie Norling φωνή, η Maggi Olin fender rhodes, πιάνο, ο David Carlsson μπάσο και η Michala Østergaard-Nielsen ντραμς. Τρεις γυναίκες κι ένας άντρας, που δημιουργούν μια σειρά πρωτότυπων συνθέσεων (μουσική και στίχοι από τα μέλη του γκρουπ δηλαδή), οι οποίες ακούγονται αρκούντως cool και… nordic.
Με στίχους ερωτικούς και… εσωτερικούς, κάπως σαν μονολόγους δηλαδή, και με την παρουσία της επιφανούς Ingrid Jensen στην τρομπέτα, σε τρία tracks, το “Traces” –τρίτο CD των Davids Angels– είναι ένα άλμπουμ, που κρατά το ενδιαφέρον, ιδίως όταν γίνεται πιο… fusion, τύπου Canterbury, και… αφηρημένο. Κομμάτια όπως τo Extra guld” και το “Dust” (που δεν έχουν τραγούδι, αλλά βοκαλισμούς) ή ακόμη και το (τραγούδι) “Mountains”, που ακούγεται περισσότερο σαν folk, κάνουν οπωσδήποτε το σουηδικό σχήμα να ξεχωρίζει.
Επαφή: www.davidsangels.se

Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2018

διάφορες ανακρίβειες που γράφονται σχετικώς με τον Τζίμη Πανούση…

>>Και αν δεν ξέρω εγώ, που τον παρακολουθώ σχεδόν 40 χρόνια, ποιος θα ήξερε;<<
>>Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στην ανατολή της δεκαετίας του ’80 μία κασέτα βρισκόταν σχεδόν σε όλα τα καρότσια των πειρατών-εμπόρων που έβγαζαν μεροκάματο στα Πανεπιστήμια. ΣTH ΡΑΧΗ ΤΗΣ ΕΓΡΑΦΕ «ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΤΑΞΙΑΡΧΙΕΣ» (…)<<
>>Όταν η ίδια κασέτα έγινε δίσκος ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ ’80, οι επίμαχες λέξεις καλύφθηκαν με ηχητικό τόνο. Αργότερα τα τραγούδια επανακυκλοφόρησαν χωρίς λογοκρισία<<

Είναι ορισμένοι, σαν τον Κώστα Γιαννακίδη στο protagon, που θέλουν να το παίξουν «πανουσικοί», αλλά δεν τους βγαίνει. Μπορεί εκθέσεις να έγραφε καλές ο Γιαννακίδης στο Γυμνάσιο, αλλά σαν πανουσο-γραφιάς δείχνει ότι είναι άσχετος και αρπακόλας, αφού νομίζει πως η κασέτα στη ράχη έγραφε «Μουσικές Ταξιαρχίες» ενώ έγραφε «DISCO TSOUTSOUNI» και πως η κασέτα έγινε δίσκος στα μέσα του ’80, ενώ έγινε CD το 1996 και βινύλιο το 2013. Μπερδεύει δε την κασέτα, που δεν ήταν λογοκριμένη φυσικά, με το άλμπουμ «Αν η Γιαγιά μου είχε Ρουλεμάν» (1984), που ήταν λογοκριμένο με «μπιπ» (σε επίμαχες λέξεις).
Και κάτι ακόμη για ’κείνη την λεγόμενη «παράνομη κασέτα» των Μουσικών Ταξιαρχιών, επειδή διαβάζω διάφορες μπαρούφες σχεδόν παντού (Ελεύθερος Τύπος, popaganda, Το Ποντίκι κ.λπ.).
Η κασέτα δεν κυκλοφόρησε το 1978-79, αλλά το 1980 προς ’81. Επίσης διαβάζουμε πως τα τραγούδια είναι ηχογραφημένα πριν το 1977(!) – κι αυτό λάθος είναι. Βλακείες είχε πει ο μακαρίτης και στο lifo.gr (στην Κατερίνα Ι. Ανέστη) πως… «Η πρώτη μου εμφάνιση στη δισκογραφία το 1978, με μια παράνομη κασέτα, έγινε με την επωνυμία “Ο Τζιμάκος και οι Μουσικές Ταξιαρχίες”».
Όπως έγραφε ο παλιός Μηλάτος στο Ποπ & Ροκ (#54, 8/1982):
«Στα τέλη του 1980, οι Μουσικές Ταξιαρχίες, εμφανίζονται στο μουσικό προσκήνιο, κατόπιν πρωτοβουλίας του Πανούση, που αποφάσισε με προσωπικά έξοδα να ηχογραφήσει τη δουλειά και να την κυκλοφορήσει σε κασέτα ανεξάρτητης παραγωγής, ενώ ο Βέκιος, ο Πάζιος και ο Φουρνιάδης, σταματούν τη συνεργασία τους με τους αδιεξοδικούς[sic] Bicycle του Θόδωρου Παπαντίνα. Με τη συμμετοχή του Βαγγέλη Σβάρνα (σαξόφωνο, δεύτερη κιθάρα) και του Άκη Δαούτη (μπάσσο), ηχογραφούν στο Mastersound και στις αρχές του 1981, κυκλοφορεί η κασέτα τους ‘Disco Tsoutsouni’ που από την πρώτη στιγμή δημιούργησε αίσθηση».
Αλλά και να μην έγραφε τα παραπάνω ο Μηλάτος είναι ολοφάνερο, λόγω ήχου, πως τέτοια τραγούδια δεν μπορεί να είχαν ηχογραφηθεί πριν το 1977. Κατ’ αρχάς, πριν το 1977, κανείς Έλληνας δεν θα υπέγραφε κασέτα, τραγούδι, ό,τι να ’ναι τέλος πάντων, με τη λέξη disco στον τίτλο. Αφήνω το γεγονός πως το «Αποκάλυψη Τώρα» (τραγούδι της κασέτας) προβλήθηκε σαν ταινία το 1979.
Και το εξής. Τι σημαίνει «παράνομη κασέτα»; Είχε κυνηγήσει κανείς, τότε, τον Πανούση επειδή έβγαλε κασέτα; Μαζέψανε την κασέτα του από τους πάγκους; Τον πιάσανε γι’ αυτό το λόγο; Όχι βέβαια. Με κανένα τρόπο δεν ήταν «παράνομη» η κασέτα, ούτε φυσικά λογοκριμένη (αφού την έβγαλε μόνος του), εκτός κι αν εννοούν ορισμένοι πως ο Πανούσης δεν είχε… παραστατικά. Άμα είναι έτσι, ok. (Υπενθυμίζω πως οι περιπέτειες του Πανούση με τη δικαιοσύνη άρχισαν μετά τον Απρίλη του ’81 και τη συναυλία της Καρδίτσας και πως δεν είχαν καμία σχέση με την κασέτα).

η ΜΠΕΤΤΥ ΧΑΡΛΑΥΤΗ στον κόσμο του Μίκη Θεοδωράκη

Η δισκογραφία με έργα, συνθέσεις, τραγούδια τού Μίκη Θεοδωράκη είναι, όπως όλοι μας γνωρίζουμε, τεράστια… και κάθε φορά δεν γίνεται παρά να αναρωτιέσαι αν έχει νόημα μία ακόμη δισκογράφηση γνωστών ή και λιγότερο γνωστόν, ίσως, τραγουδιών του από νεότερους ερμηνευτές, εκτελεστές κ.λπ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση φαίνεται πως έχει νόημα πάντως, καθότι το άλμπουμ «Η Μπέττυ Χαρλαύτη στον Κόσμο του Μίκη Θεοδωράκη» [ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ήχων αληθινών, 2017], όπως διαβάζω και στο σχετικό δελτίο Τύπου, «είναι ο πρώτος ολοκληρωμένος δίσκος τραγουδιών του Μίκη Θεοδωράκη με συμφωνικό ήχο». Αν είναι όντως έτσι, που πιθανόν να είναι (προσωπικώς, δεν μπορεί να είμαι βέβαιος για τίποτα, αν μιλάμε για την απέραντη συγκεκριμένη δισκογραφία), τότε το εν λόγω CD έχει, από τη σύλληψή του ήδη, μια κάποια ξεχωριστή αξία – πόσω μάλλον, όταν, εδώ, έχουμε να κάνουμε με μιαν αναγνωρισμένη mezzo, και ακόμη με την πολυμελή Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής της ΕΡΤ να συνοδεύει (υπό τη διεύθυνση του Στάθη Σούλη). Στα ατού τού CD, προσέτι, οι guests Zülfü Livaneli, Μαρία Φαραντούρη, Γιώργος Περρής, τα δύο ανέκδοτα τραγούδια του Θεοδωράκη (που αποκτούν θέση ισάξια ανάμεσα στα υπόλοιπα γνωστά), βεβαίως το ρεπερτόριο αυτό καθ’ αυτό, με την πλούσια ενορχήστρωση του Γιάννη Μπελώνη, και τέλος η ωραία εγγραφή στο στούντιο της Ελληνικής Ραδιοφωνίας Τηλεόρασης.
Γενικώς λοιπόν θα πω πως το άλμπουμ στέκεται «μια χαρά» και παρά το γεγονός πως πολλά από τα τραγούδια που ακούγονται εδώ είναι πασίγνωστα («Μαγιοπούλα», «Το γελαστό παιδί», «Άσμα ασμάτων», «Όμορφη πόλη»…), εντούτοις δεν χάνουν ούτε όσον αφορά στον απαιτούμενο λυρισμό τους (τα λυρικά), ούτε όσον αφορά στη δυναμική τους (τα επικά). Έχουμε δηλαδή ένα ισορροπημένο σύνολο, το οποίον ευθυγραμμίζεται από τη φωνή κατ’ αρχάς της Χαρλαύτη, που ενώνει με συνετή εκφραστικότητα, διαφορετικά ή και εντελώς διαφορετικά τραγούδια (φορτίσεων, εποχών κ.λπ.) και εν συνεχεία από την ενορχήστρωση/ διεύθυνση/ απόδοση, άπασες συνετές (και αυτές) χωρίς υπερβολές και επιδείξεις.
Ωραία, τέλος, τα δύο ανέκδοτα tracks, το «Θέλω να τραγουδήσω (Με το αίμα)» (στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος) και το «Θάλασσα πλατειά» (στίχοι: Μίκης Θεοδωράκης), καθώς δεν ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα κομμάτια του CD και ακούγονται σαν να είναι γνωστά από χρόνια.
Επαφή: www.musicmirror.gr

Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

BLUES REVIVAL 33: MISSISSIPPI FRED McDOWELL (1906-1972)

Ο Mississippi Fred McDowell αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις του blues revival. Τρεις είναι οι λόγοι, που επιτρέπουν να το πούμε. Πρώτον, ο McDowell δεν ηχογράφησε στα νιάτα του, πράγμα που σημαίνει πως στα χρόνια τού ’60 αντιμετωπίστηκε σαν «έκπληξη». Δεύτερον, ήταν έξοχος slide κιθαρίστας, με χαρακτηριστικό παίξιμο. Τρίτον, είχε μια φυσική ικανότητα να αυτοσχεδιάζει, να πλάθει, δηλαδή, επί τόπου ολοκληρωμένα τραγούδια. Πέραν τούτων, ο Fred McDowell έζησε, από τότε που βγήκε στο φως, μιαν ήσυχη ζωή, αποκτώντας ευρεία φήμη κυρίως ανάμεσα στους λευκούς εταιρειάρχες και εκδότες – οι οποίοι τον βοήθησαν να δημιουργήσει ένα status, που εν πάση περιπτώσει το δικαιούταν και το άξιζε.
Ο Mississippi Fred McDowell μπορεί να βγήκε από την αφάνεια, όταν τον ανακάλυψε το 1959 ο Alan Lomax, σ’ ένα από τα ταξίδια του στο Νότο, δεν έπαψε όμως ποτέ να είναι ένας εν ενεργεία bluesman. Μέσα σε όλα δηλαδή, πλην των ηχογραφήσεων. Διδάχθηκε ακούγοντας τον Blind Lemon Jefferson και τον Charley Patton, ασκήθηκε στη δύσκολη αγροτική ζωή, έπαιξε και τραγούδησε δημοσίως, χρόνια πριν μπει στο στούντιο. Υπήρξε, εν ολίγοις, την εποχή που εντοπίστηκε ένας ολοκληρωμένος bluesman.
Οι πρώτες εγγραφές τού Fred McDowell θα γίνουν φυσικά για τον Alan Lomax, το 1959 και κάποιες απ’ αυτές θα κυκλοφορήσουν σ’ ένα ιστορικό πλέον LP της Atlantic, το “The Blues Roll On”, το 1960 (στο ίδιο άλμπουμ ακούγονταν, επίσης, εγγραφές των Forest City Joe, John Dudley κ.ά.). Η καμπή, όμως, στη δισκογραφική πια καριέρα τού McDowell θα έρθει με τις ηχογραφήσεις του στην Arhoolie, περί τα μέσα της δεκαετίας του ’60, ηχογραφήσεις που θα τον αναδείκνυαν πάραυτα σε τρανή μορφή του blues revival.
Φερ’ ειπείν το πρώτο απ’ αυτά τα LP που έκανε για την Arhoolie, το “Delta Blues”, αποτελεί μιαν έξοχη καταγραφή ενός blues feeling, που γινόταν πλέον όλο και πιο σπάνιο στα sixties. Ηχογράφηση από την πόλη Como του Mississippi, την 13η Φεβρουαρίου 1964 από τον ίδιο τον Chris Strachwitz, τον ιδιοκτήτη της εταιρείας. Ανάμεσα στα θέματα και οι έξοχες εκτελέσεις των “Louise”, “61 highway”, “Kokomo blues”, “Shake ’em on down”, “That’s alright” και “When I lay my burden down”. Μεγάλη περίπτωση, επίσης, το “Amazing Grace” στην εταιρεία Testament το 1969, η συνεργασία του δηλαδή με τους Hunters Chapel Singers of Como, στο οποίο ακούγεται και το κλασικό “You got to move” – ένα τραγούδι που τίμησαν διάφοροι και ανάμεσά τους οι Rolling Stones στο “Sticky Fingers”.
Φυσικά, το πέρασμα του Mississippi Fred McDowell στα λευκά ακροατήρια υπήρξε ακαριαίο. Μέλος του American Folk & Blues Festival του 1965, μαζί με τους J.B Lenoir, Buddy Guy και Dr. Ross, θα δώσει παραστάσεις στο Λονδίνο, εκεί όπου θα ηχογραφήσει κιόλας, έχοντας στο πλευρό του, λίγο αργότερα, και την Jo Ann Kelly.
Πολλά από τα τραγούδια τού McDowell, όπως το “You got to move” που προαναφέραμε, αποτελούν από τα sixties και μετά blues στάνταρντ –έτσι προχείρως μπορούμε να θυμηθούμε covers από Cassandra Wilson, Corey Harris, Townes Van Zandt, R.L. Burnside, Mick Taylor, Bonnie Raitt, Jo Ann Kelly–, ενώ οι δίσκοι του, όπως και τα tributes (π.χ. εκείνο στην Telarc από το 2002 με τις συμμετοχές των Paul Geremia, Charlie Musselwhite, Sue Foley, Kenny Neal κ.ά.) βρίσκονται πάντοτε μεταξύ των πιο εμπορικών του χώρου.
Ο Fred McDowell, που θα κάνει κι αυτός ένα ηλεκτρικό άλμπουμ, το “I Do not Play no Rock nRoll” [Capitol], θα πεθάνει μάλλον ξαφνικά στο Memphis το καλοκαίρι του 1972.
Δισκογραφία (επιλογή) 
1. Various – The Blues Roll On – Atlantic SD 1352 – 1960
2. Delta Blues – Arhoolie F 1021 – 1964 
3. My Home is in the Delta – Testament T-2208 – 1965 (με Annie Mae McDowell) 
4. Vol. 2 – Arhoolie F-1027 – 1966 
5. Long Way from Home – Milestone MSP 93003 – 1966
6. Amazing Grace – Testament T-2219 – 1969 
7. In London Volume One – UK. Transatlantic TRA 194 – 1969
8. In London Volume Two – UK. Transatlantic TRA 203 – 1969 
9. I Do not Play no Rock n’ Roll – Capitol ST-409 – 1969
10. And His Blues Boys – Arhoolie 1046 – 1969 
11. When I Lay my Burden Down – Biograph BLP-12017 – 1970 (με Furry Lewis) 
12. Eight Years Ramblin’… – UK. Revival R.V.S. 1001 – 1971 (με Johnny Woods) 
13. 1904-1972 – Just Sunshine Records JSS-4 – 1973
14. Live in New York – Oblivion OD-1 – 1973 
15. Keep your Lamp Trimmed and Burning – Arhoolie 1068 – 1973
16. Levee Camp Blues – The Origin Jazz Library OJL-8051 – 1980 
17. His First Recordings Following Discovery – UK. Heritage HT 302 – 1982 (rec. 4/1962)
18. Standing at The Burying Ground – UK. Red Lightnin’ RL 0053 – 1984 (με Jo Ann Kelly) 
19. Come and Found You Gone / The Bill Ferris Recordings – Devil Down Records CD001 – 2010 (rec. 8/1967)
20. The Alan Lomax Recordings – Mississippi Records MR-074 – 2011 (rec. 9/1959) 
21. Live 1971 – RockBeat Records ROC-3296 – 2014

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

ΤΖΙΜΗΣ ΠΑΝΟΥΣΗΣ (1954-2018)

Ο καθένας κρατάει ό,τι γουστάρει από τον Τζίμη Πανούση. Πολλά… λίγα… δεν έχει σημασία. Σαν ένας πανέξυπνος και με πλούσιο έργο λαϊκός δημιουργός, όπως ήταν, είχε κάτι για όλους. Εγώ θα τον θυμάμαι για πολλά, ήδη από τις αρχές του ’80, κι από τα πιο πρόσφατα χρόνια για κάποιες ακόμη ευχές του…
«Πέφτει το κόκκινο αστέρι / κάνω ευχή για να μου φέρει / γροθιά του ’60 στο ’να χέρι / και στ’ άλλο δίκοπο μαχαίρι (…)». RIP.
Παρατηρείται, τώρα, το γελοίο φαινόμενο Τζήμεροι και Μπογδάνοι να χύνουν δάκρυα για τον Πανούση, επειδή ο Τζιμάκος τα έχωνε και στην αριστερά!
Ο Πανούσης –φαίνεται αυτό μέσα από διάφορα τραγούδια του κ.λπ.–, ήταν συναισθηματικά δεμένος με το παράνομο ΚΚΕ, το μαρτυρικό να πούμε. Το ΚΚΕ του Άρη («απ’ του Άρη τα ένδοξα τα χρόνια»), του Μπελογιάννη («Ζει ο Μπελογιάννης, ζει με τους ανθρώπους / που χτίζουν έναν κόσμο σοσιαλιστικό»), των λαϊκών αγώνων, των εξοριών, των κατατρεγμών, θεωρώντας πως το σημερινό ΚΚ είναι πλήρως συμβιβασμένο, φθάνοντας στο σημείο όμως να γράψει ακόμη και μαλακίες, τις οποίες τραγούδησε ο Αγγελάκας («πλάι-πλάι μαζί με χρυσαυγίτες/ ορντινάντσα των καπιταλιστών»).
Δεν μπορεί κανείς να ξέρει τι συνέβαινε στην ψυχή του, στην ψυχή του Πανούση εννοώ –γιατί ο ίδιος κρυβόταν επιμελώς, καθώς δεν μπορούσες να καταλάβεις πότε μιλούσε σοβαρά και πότε έκανε πλάκα–, αλλά κατά βάθος και οπωσδήποτε συναισθηματικά ήταν ταυτισμένος με την μαρτυρική-αγωνιστική και όχι με τη… νόμιμη και κοινοβουλευτική Αριστερά. Απ’ αυτό το σημείο, όμως, μέχρι τα κροκοδείλια δάκρυα των φιλελέδων ανιχνεύεται μόνο το χάος. Και η άθλια κοροϊδία… μέρα που ’ναι…

FINCHLEY BOYS χαμένα τραγούδια μιας ιστορικής αμερικάνικης μπάντας από τα τέλη του ’60 και τις αρχές του ’70

Οι φίλοι τού σκληρού αμερικάνικου rock από τα late sixties-early seventies σίγουρα θα γνωρίζουν την περίπτωση των Finchley Boys, από την Champaign του Illinois, που έδωσαν το γνωστό πια και ιστορικό LP Everlasting Tributes” στη Golden Throat, το 1972. Εκείνο το σπάνιο στην original έκδοσή του άλμπουμ επανατύπωσε το 2010, και μάλιστα με πολλά extras (ηχητικά και έντυπα), η Anazitisi Records – η εταιρεία, που επανέρχεται, τώρα, για να κλείσει(;) την ιστορία αυτού του επισκιασμένου γκρουπ, μ’ ένα δεύτερο LP ανέκδοτων εγγραφών από την περίοδο 1968-1971. To νέο άλμπουμ έχει τίτλο Lost Tributes, είναι κομμένο σε 400 αντίτυπα και προσφέρεται σε βινύλιο 180 γραμμαρίων, μαζί με 8-σέλιδο LP-sized ένθετο.
Οι Finchley Boys ξεπετάχτηκαν μέσα στην ψυχεδελική περίοδο, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, παίζοντας σκληρό ροκ (για τα δεδομένα της εποχής), σφόδρα επηρεασμένοι από τις blues-rock φόρμες, που είχαν διαδώσει παντού οι Cream και o Jimi Hendrix. Ο σκληρός ήχος δεν πέρασε μόνο στα πιο αναγνωρισμένα αμερικανικά ονόματα τύπου Blue Cheer, Steppenwolf, Iron Butterfly, Alice Cooper, Amboy Dukes κ.λπ., αλλά και στα πιο άγνωστα (Leigh Stephens, Josefus, Randy Holden, Thunder and Roses κ.ά.), δημιουργώντας τις πιο γερές βάσεις πάνω στις οποίες θα πατούσαν τα ανάλογα γκρουπ (επιτυχημένα και επισκιασμένα) της επόμενης δεκαετίας. Έτσι συνέβη… και το μερίδιο των Finchley Boys προς αυτή τη μετάβαση μπορεί να είναι σχετικά μικρό (επειδή το γκρουπ παρέμεινε για χρόνια στην αφάνεια), αλλά δεν είναι αμελητέο. Προς τούτο δεν συνηγορεί μόνο το επίσημο άλμπουμ τους από το 1972, αλλά και οι παρούσες αγνοημένες εγγραφές τους, που προέρχονται όλες από σωστές και καλοδιατηρημένες αναλογικές πηγές και οι οποίες «λάμπουν» στα ηχεία, λόγω και του ωραίου remastering.
Να πούμε, για αρχή, πως η σύνθεση του γκρουπ για τις παλαιότερες των εγγραφών (1968-69) ήταν… George Faber φωνή, φυσαρμόνικα, Garrett Oostdyk κιθάρες, φωνητικά, LarryTabeTabeling μπάσο, φωνητικά και J. Michael Powers ντραμς (η line-up του επίσημου LP δηλαδή), ενώ για τα μεταγενέστερα κομμάτια (1971) η τετράδα ως σχήμα παραμένει, με τη θέση του ντράμερ Powers να καταλαμβάνει ο Billy Shaw.
Πρώτο track το γνωστό μας “Hooked” (γνωστό από το LP), γραμμένο σ’ ένα session στη Sparta του Michigan το φθινόπωρο του 1968. Η συγκεκριμένη edit είναι πιο μικρή σε διάρκεια (από ’κείνη του LP), αλλά είναι κάπως πιο δυναμική, ενώ έχει κι ένα φωνητικό ντεμαράζ στο τέλος, που κάνει το τραγούδι (με τους σκληρούς κατά των ναρκωτικών στίχους) ακόμη πιο… απεγνωσμένο. Προοριζόταν για 45άρι, με το “Outcast” στην άλλη πλευρά – ένα δισκάκι, που ποτέ δεν εκδόθηκε.
Η άλλη ομάδα τραγουδιών (“Outcast”, “Suffering servant”, “On a better day”) προέρχεται από την περίοδο 1968-1969. Το “Outcast” είναι γραμμένο στα στούντιο της Chess στο Σικάγο (Φεβρουάριος του ’69) και είναι κι αυτό γνωστό από το LP. Στην πράξη έγιναν τρία διαφορετικά mixes για το εν λόγω τραγούδι, κι εδώ το ακούμε σε μία ισχυρή edit με «ήχους πλήθους» στην εγγραφή. Είναι το lead track τού LP τής Anazitisi και είναι ιδανικό για τέτοιο. Το “Suffering servant” που ακολουθεί είναι ένα ακόμη κοινωνικό τραγούδι των Finchley Boys (γραμμένο για τη συντριβή τού «ονείρου» στα τέλη του ’60), που τυγχάνει βαθιάς όσο και δραματικής ερμηνείας από τον Faber. Από τα πιο συναισθηματικά και άξια κομμάτια των Finchley Boys. Στο “On a better day” έχουμε μια συνέχεια. Αφού το «όνειρο» βυθίστηκε μέσα στη βία και τον πόλεμο (του Βιετνάμ προφανώς) την ελπίδα για μια «καινούρια μέρα» θα συντηρήσουν οι ειλικρινείς διαπροσωπικές σχέσεις (ερωτικές ή άλλες). Και εδώ η ερμηνεία έχει έναν δραματικό τόνο, με το rhythm section να «γεμίζει» το τραγούδι και με την κιθάρα να παρακολουθεί από κοντά.
Το “Who goes there?” είναι το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι του LP (περί τα εννέα λεπτά), έχει… ψυχεδελική λογική, είναι αργό, κάπως ελεύθερο στην ανάπτυξή του, με συνεχή breaks, απ’ όλα τα όργανα (και τη φωνή), και μιλάει για μια κοινωνία φόβου, που δυσκολεύεται ν’ ανασάνει, χαμένη μέσα στις ενοχές της. Είναι γραμμένο τον Ιούνιο του 1971 και ανοίγει τη δεύτερη περίοδο του γκρουπ. Ακολουθεί το “Hell, fire & brimstone”, στο οποίο ο πρωταγωνιστής έχει γυρίσει από το Βιετνάμ και νοιώθει πως η… ζωή που κυλάει δίπλα του μπορεί, πια, να μην τον περιλαμβάνει. Οι ερμηνείες του Faber είναι εξαιρετικές, με την μπάντα να ακολουθεί περιγράφοντας απλά, αλλά ουσιαστικά, μια κατάσταση. Στο “Jack rabbit jump” (γραμμένο στο Σαν Φρανσίσκο το 1971) οι Finchley Boys δίνουν ένα ακόμη ωραίο τραγούδι, με κιθαριστική επίδειξη, που δεν μοιάζει ποτέ μανιερίστικη, ενώ και στο έσχατο “Sweathog blues” έχουμε έναν τύπο blues-jam, που ντύνει μιαν ιστορία ενός ανελεύθερου, στη βάση του, έρωτα.
Οι Finchley Boys υπήρξαν ένα πολύ καλό συγκρότημα, που άφησε λίγα αλλά σοβαρά τραγούδια. Μερικά απ’ αυτά, ανέκδοτα έως τώρα, ακούγονται σε τούτη την άψογη ελληνική παραγωγή.
Επαφή: www.anazitisirecords.com