Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

EDITION RECORDS καινούρια άλμπουμ

LAGINHA / ARGÜELLES / NORBAKKEN: Setembro [EDN1099, 2017]
Τι έχουμε εδώ; Ένα όχι κλασικό πιάνο-τρίο, το οποίο αποτελούν οι Mário Laginha πιάνο, Julian Argüelles σοπράνο, τενόρο σαξόφωνα και Helge Andreas Norbakken ντραμς, κρουστά. Όχι «κλασικό», επειδή απουσιάζει το μπάσο φυσικά, αλλά την ίδιαν ώρα και ιδιαίτερο, καθότι η jazz του γκρουπ έχει πολύ συγκεκριμένα και όχι «καθημερινά» χαρακτηριστικά.
Κατ’ αρχάς να πούμε πως ο Laginha είναι μια μορφή της πορτογαλικής τζαζ, με δράσεις που ξεπερνούν τα 35 χρόνια. Είναι, επίσης, για όσους δεν το γνωρίζουν ή δεν το θυμούνται, ο βασικός συνεργάτης τής Maria João (της σημαντικότερης τζαζ τραγουδίστριας της Πορτογαλίας) και πως αμφότεροι (Laginha και João) έχουν εμφανισθεί τουλάχιστον δύο φορές live και στην Αθήνα. 
Στο παρόν “Setembro” το τρίο Laginha/ Argüelles/ Norbakken παρουσιάζει δέκα δικά του κομμάτια (οκτώ συνθέσεις του Laginha και δύο του Argüelles), που αφορούν σε πολύ γερούς… euro-jazzheads. Εννοούμε πως οι αναφορές του τρίο στις ρίζες της jazz, και βασικά στο blues και στο swinging, είναι από ασήμαντες έως ανύπαρκτες, καθώς εδώ… jazz είναι ο τρόπος αντίληψης των παιξιμάτων και ουχί η αισθητική εκκίνηση – η οποία «εκκίνηση» έχει άμεση σχέση με την ευρωπαϊκή μουσική, που μπορεί να ακούγεται και σαν «δωματίου» και που, σε κάθε περίπτωση, μπορεί να ενσωματώνει ρομαντικά, μεσογειακά ή και ανατολίτικα ακόμη-ακόμη στοιχεία. Φυσικά, οι μελωδίες που προβάλλει και αναπτύσσει ο Laginha είναι το πρώτο σαφές ατού του “Setembro” – μελωδίες, που εξελίσσονται σε διαφορετικά επίπεδα, την ώρα που οι αρμονικές συνδέσεις προσδίδουν στο άλμπουμ μιαν έντεχνη μεγαλοπρέπεια.
GARY HUSBAND: A Meeting of Spirits [EDN1098, 2017]
Ένα παράξενο άλμπουμ έχουμε εδώ – αλλά τα παράξενα είναι που μετράνε. Ο πιανίστας, «εσωτερικός» πιανίστας και κρουστός Gary Husband ηχογραφεί ένα σχεδόν σόλο πιανιστικό άλμπουμ αφιερώνοντάς το στον John McLaughlin. Λέει όλη την ιστορία στο cover ο Husband, πώς ανακάλυψε την Mahavishnu Orchestra, παιδί ακόμη εκεί στα early seventies, πώς επηρεάστηκε από το fusion της εποχής (τους Lifetime του Tony Williams, άλμπουμ του Miles Davis, του Gordon Beck κ.ά.) και πώς έφθασε στο σημείο όχι μόνο να φτιάξει στην πορεία τη δική του μουσική, αλλά και να συνεργαστεί με τα είδωλα του – τον John McLaughlin, τον Allan Holdsworth, τον Billy Cobham, τον Jack Bruce και άλλους πολλούς.
Τώρα, έφθασε η ώρα για ένα ακόμη δικό του άλμπουμ, ένα σόλο πιάνο άλμπουμ όπως προείπαμε, στο οποίο εναλλάσσει συνθέσεις δικές του και του John ΜcLaughlin από τα άλμπουμ του “Apocalypse”, “Electric Guitarist”, “The Inner Mounting Flame”, “Extrapolation”, “Birds of Fire”, “The Promise”, “My Goal’s Beyond”, “Inner Worlds” και “Where Fortune Smiles” (ένα από τα ωραιότερα και λιγότερα γνωστά άλμπουμ τού McLaughlin, αυτό το τελευταίο, που βγήκε στην Dawn το 1971, καθώς «πιάνει» μια συνεργασία του μεγάλου κιθαρίστα με τους Dave Holland, John Surman, Stu Martin και Karl Berger).
Ηχογραφημένο στο Λονδίνο πριν δώδεκα χρόνια, αλλά μιξαρισμένο τώρα (πριν λίγους μήνες), το “A Meeting of Spirits” μοιάζει συχνά μ’ ένα κάποιο κατόρθωμα. Ιδίως όταν αναπαράγονται στο πιάνο κάποιες πολύ ιδιαίτερες και σύνθετες μελωδίες τού McLaughlin, από τα πιο μεταγενέστερα άλμπουμ του, που δεν είναι από τις πλέον γνωστές του – ίσως και εξαιτίας αυτής ακριβώς τής συνθετότητάς τους. Σ’ αυτές όμως ο Husband δείχνει πόσο μετράει ως εκτελεστής, εμφανίζοντας μια σειρά αυτοσχεδιασμών, ταχύτατων κατά τόπους, που δεν είναι πάντα εύκολο να τους παρακολουθήσεις. Όμως και στις δικές του συνθέσεις ο Husband εμφανίζεται με τη σιγουριά εκείνου που δεν θα εμποδιστεί από τίποτα προκειμένου να παρουσιάσει δικό του υλικό δίπλα σ’ ένα γνωστότατο, εν πολλοίς, και καταξιωμένο. Και αυτή η παράθεση μόνο ως θετική μπορεί να περιγραφεί, για την ενότητα και την ολοκλήρωση τού CD.
GIRLS IN AIRPORTS: Live [EDN1097, 2017]
Από τα πιο πρωτότυπα και ουσιαστικά σχήματα τής σύγχρονης euro-jazz, οι Δανοί Girls in Airports έχουν νέο άλμπουμ, που είναι ζωντανά ηχογραφημένο σε αίθουσες και κλαμπ της Γερμανίας (Αμβούργο, Δρέσδη, Βερολίνο). Έχουμε ξαναγράψει για τους Girls in Airports στο δισκορυχείον, για το φοβερό τους “Fables” από το 2015, για να επανέλθουμε τώρα μ’ ένα ακόμη ευφάνταστο CD, που συνδυάζει πολλά και διαφορετικά ή όχι και τόσο διαφορετικά πράγματα – μια πολύ ιδιαίτερη jazz βόρειας «κενής» κινηματογραφικής αφήγησης, ανακατεμένη με πολλά ηλεκτρονικά, όπως και με folk στοιχεία. Το συγκρότημα, που αποτελείται από τους Martin Stender σαξόφωνα, Lars Greve σαξόφωνα, κλαρινέτα, Mathias Holm πλήκτρα, Victor Dybbroe κρουστά και Mads Forsby ντραμς δεν εμποδίζεται από την πραγματικές συνθήκες τού live, προκειμένου να αποδώσει εκείνο που μπορεί να αποδώσει. Εννοώ πως οι μουσικαράδες των Girls in Airports αποδεικνύουν πόσο μετράνε στην πράξη και πόσο το λέει η ψυχούλα τους και πάνω στη σκηνή, και μάλιστα με τον ίδιο, τουλάχιστον τρόπο, που το πράττουν και στο στούντιο! Φοβερή μπάντα, φοβερά θέματα (ορισμένα μου θύμισαν ακόμη και King Crimson ή Van der Graaf Generator – καλύτερα αυτούς), μοναδική ατμόσφαιρα, με τα πλήκτρα να κάνουν έξοχη δουλειά μέσα κι έξω από τις μελωδίες, μέσα κι έξω από τις «ατμόσφαιρες» και με τα πνευστά να κάνουν να φαίνεται αδιάφορη η ανυπαρξία της κιθάρας ή και του μπάσου ακόμη-ακόμη. Να γκρουπ… να μάλαμα!
MALIJA: Instinct [EDN1096, 2017]
Οι Malija είναι ένα σχετικό καινούριο τρίο που αποτελείται από τους Mark Lockheart (από τους Loose Tubes κ.ά.) σαξόφωνα, Jasper Høiby (από τους Phronesis) κοντραμπάσο και Liam Noble (με προσωπική δισκογραφία και καίριες συνεργασίες, ανάμεσα και με τον Moodog!) πιάνο. Έχουν κυκλοφορήσει σίγουρα άλλο ένα άλμπουμ, κι αυτό στην Edition (το “The Day I Had Everything” το 2015), με το “Instinct” να αποτελεί μάλλον τη δεύτερη δουλειά τους – ένα ακόμη ιδιόμορφο και σίγουρο εκλεκτικό CD της βρετανικής εταιρείας, από το οποίο απουσιάζουν τα κρουστά. (Συχνά κάτι απουσιάζει από τις κυκλοφορίες της Edition και αυτό, όσο να ’ναι, προσθέτει μια δόση… αγωνίας στην ακρόαση). Όλες οι συνθέσεις του “Instinct” είναι των μελών των γκρουπ, το οποίον γκρουπ ανταποκρίνεται με… συνεσταλμένη ελευθερία. Θέλω να πω πως το υλικό είναι περισσότερο improv, απ’ όσο μας έχει συνηθίσει η Edition, με το πιάνο να ακολουθεί συχνά έναν ρυθμικό ρόλο και με τα σαξόφωνα να μελωδούν… ευρωπαϊκώς και ακαταπαύστως. Από συνθετικής πλευράς θα έλεγα πως το υλικό του “Instinct” στηρίζεται σε απλές ιδέες (η «κλασική», μάλιστα, ίσως να είναι μια πιο ισχυρή αναφορά από την jazz), που συνενώνονται για να δημιουργήσουν κάτι περισσότερο απαιτητικό και δύσκολο. Αν αποτιμούσα, πάντως, κάποιο κείμενο και όχι έναν δίσκο μουσικής θα έλεγα πως τα passages των Malija είναι περισσότερο διανοουμενίστικα, παρά λαϊκά – που σημαίνει πως εδώ απαιτείται έξτρα προσοχή από τον ακροατή, προκειμένου να φανεί… συμπάσχων με ό,τι ακούει.
ROB LUFT: Riser [EDN1095, 2017]
O κιθαρίστας Rob Luft φαίνεται πολύ παιδί στη φωτογραφία τού εξωφύλλου (και είναι όντως, αφού είναι μόλις είκοσι τριών ετών). Βραβευμένος και με γερές παρουσίες στη βρετανική σκηνή από τα δεκαπέντε του, ο Luft έχει τώρα το πρώτο προσωπικό CD του υπό τον τίτλο “Riser”, όντας δίπλα στους Joe Wright τενόρο, Joe Webb hammond, πιάνο, αρμόνιο, Tom McCredie μπάσο και Corrie Dick ντραμς. Σχεδόν όλα τα tracks τού CD του είναι δικές του συνθέσεις κι έτσι, εδώ, έχουμε να κρίνουμε κάτι συνολικότερο και όχι απλώς τον Rob Luft ως εκτελεστή. Και οι κρίσεις δεν μπορεί παρά να είναι θετικές, καθώς ο Luft γράφει ωραία θέματα, κινούμενα, χοντρικά (χοντρικά λέμε), σ’ αυτό το πλαίσιο της euro-jazz, που έπιασε ταβάνι με τους e.s.t – πριν 20 και βάλε χρόνια. Παρότι σε πρώτο πλάνο η κιθάρα του Luft φαίνεται να έχει περισσότερο σχέση με τον John McLaughlin (είναι οπωσδήποτε μια βασική επιρροή), καθώς υπάρχουν και tracks κάποιου συνεσταλμένου fusion (“Beware”), εντούτοις, γενικότερα, εκείνο που κυριαρχεί είναι μια πολύ… επιστημονική ενοργάνωση, με τα πλήκτρα και το τενόρο να κάνουν καλή δουλειά, αφήνοντας τις μουσικές τού Luft να «αναπνεύσουν» μέσα σ’ ένα αστάθμητο, cool και υπαινικτικό περιβάλλον. Ωραίο άλμπουμ, που δείχνει πως ο μικρός έχει ταλέντο – άρα και μέλλον. 

Η Edition Records εισάγεται στην Ελλάδα από την AN Music

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

CHARLES MANSON (1934-2017) – ένα ελληνικό βιβλίο κι ένας δίσκος

Το καλτ σήμερα βιβλίο του Απόστολου Βραχιολίδη από τις εκδόσεις Ιωλκός, τυπώθηκε το 1969 και περιγράφει τα γεγονότα  (και όσα προηγήθηκαν) των εγκλημάτων της «οικογένειας». Είναι γνωστό επίσης πως ο Charles Manson ήταν μουσικός και πως είχε ηχογραφήσει κιόλας ήδη από τη δεκαετία του ’60. Για κείνο το κλασικό, πια, LP του είχαμε γράψει κριτική πριν χρόνια εδώ στο δισκορυχείον. Αυτήν που ακολουθεί
Το 2006 η ESP είχε επανεκδόσει σε CD, με κάμποσα bonus tracks, το άλμπουμ του Charles Manson “Lie: The Love and Terror Cult”. Ο δίσκος αυτός είχε πρωτοκυκλοφορήσει το 1970 στην εταιρία Awareness του Phil Kaufman, για να τον ξανατυπώσει ο Bernard Stollman (σε βινύλιο εννοείται) λίγο πιο μετά. Προφανώς το CD επανατυπώθηκε και το 2008, προκειμένου να «εκμεταλλευτεί» το θόρυβο που θα δημιουργούσε το φιλμ “The Manson Girls” του Matthew Bright (δεν είμαι σίγουρος αν προβλήθηκε – αν και κάποιο καινούριο ετοιμάζεται), το οποίο αναφερόταν στα έργα και τις ημέρες της «οικογένειας»· τις δολοφονίες των Sharon Tate, Jay Sebring, Abigail Folger, Wojciech Frykowski και Leno & Rosemary LaBianca, αλλά και τη γενικότερη δράση τής ομάδας, που συνετάραξε την Αμερική στα τέλη των sixties. Η ιστορία του Manson είναι γνωστή, στις γενικές γραμμές της. Πώς δηλαδή από ένα παιδί που μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο και ανδρώθηκε στις φυλακές, λόγω μικρών (κλέφτης αυτοκινήτων) αλλά και χοντρών παρανομιών (σοδομισμός ανηλίκου), οδηγηθήκαμε στα αποτρόπαια εγκλήματα, τα επενδυμένα με το “Helter skelter” και τις αρλουμπο...θεωρίες. Βεβαίως, όταν χύνεται αίμα τίποτα δεν είναι αρλούμπα, αφού ακόμη και η πιο παράλογη θεώρηση θα πρέπει να ειδωθεί σε σχέση με τα (φρικώδη) αποτελέσματά της, όμως εδώ, προτιμώ να πω δυο λόγια για τα τραγούδια. 
Ο Manson δεν ήταν (είναι) κανένας άσχετος songwriter. Ήξερε να παίζει κιθάρα (έμαθε στη φυλακή) και γούσταρε τους Beatles – συνδυασμός ικανός, ώστε να οδηγηθεί, συν τω χρόνω, στην... τραγουδοποιία. Μπορεί οι Beach Boys να είπαν το δικό του “Cease to exist” ως “Never learn not to love” το 1968, όμως ήταν η «τοποθέτησή» του περί το κέντρο της hippy κουλτούρας, στο San Francisco το καλοκαίρι του ’67, που τον έκανε «κάποιον». Περίπου εκείνη την εποχή, τον Σεπτέμβριο του ’67, θα γράψει στην Καλιφόρνια το υλικό του “Lie” (επιθυμούσε να εκδοθεί στην Columbia, σε παραγωγή του φίλου Terry Melcher), ενώ τον Αύγουστο του επoμένου έτους θα προβεί σε κάποια overdubs, τα οποία και θα «ενσωματωθούν» σε όλες τις κατοπινές εκδόσεις. Τραγούδια όπως το “Cease to exist”, ένα ολίγον σαλταρισμένο freaky folk (έτσι ηχεί όλο το άλμπουμ) – η «μέθοδος» προσηλυτισμού των κοριτσιών στην «οικογένεια» –, το “People say I’m no good”, ή το “True love you will find” θα μπορούσε ν’ ανήκουν στο ρεπερτόριο του Dino Valenti ή του Skip Spence, χαίροντας «άλλης» εκτίμησης. Είπαμε, όμως... Charles Manson άδει.

Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

ΑΝ CLUB 30 ΧΡΟΝΙΑ – GAGARIN 205 15 ΧΡΟΝΙΑ

Δύο από τα πιο σημαντικά αθηναϊκά ροκ κλαμπ, γιορτάζουν μαζί τις επετείους τους μ’ ένα μουσικό 4ήμερο (23-26 Νοεμβρίου) στο Gagarin 205.
30 Χρόνια από το ΑΝ και 15 από το Gagarin λοιπόν και μια σειρά ζωντανών παραστάσεων με πολλά και δυνατά ονόματα – το καθένα με τη μεγάλη ή μικρότερη ιστορία του. Να μερικά απ’ αυτά… Nightstalker, Φοίβος Δεληβοριάς, Τα Παιδιά της Παλαιότητας, Closer, Διάφανα Κρίνα, Echo Tattoo, Γκούλαγκ, Last Drive και… και… και… Ναι, γιατί οι δύο χώροι λειτούργησαν σθεναρά και για τα συγκροτήματα του ελληνικού ροκ, μαζί μ’ εκείνα του ξένου – κάτι που συνέβη από την αρχή της διαδρομής τους και όχι όψιμα. Κι αυτό μετράει, γιατί σκηνή χωρίς χώρους και live δεν υφίσταται.
Προσωπικώς, έχω παρακολουθήσει διάφορα live και στο AN και στο Gagarin, και όσο και να πιέσω τη μνήμη μου αποκλείεται να τα θυμηθώ όλα. Ενδεικτικά αναφέρω, στο Gagarin 205, τους Rachid Taha, Buzzcocks, Uriah Heep, The Fall, Skatalites, TV Personalities, Mark Almond, Sharon Jones & The Dap-Kings… και στον AN Club τους Invisible Surfers, Purple Overdose, Mode Plagal, Deus Ex Machina κι ένα σωρό κι ακόμη – κυρίως ελληνικά.
Εκείνο που θα θυμάμαι πάντα, πέραν αυτών καθ’ αυτών των συναυλιών και των σχετικών παρεών, θα είναι το στριμωξίδι και στα δύο κλαμπ και πως συχνά, ιδίως στο AN, βγαίναμε έξω, αν μπορούσαμε, στη μέση του live και οπωσδήποτε στο διάλλειμα (όταν υπήρχε) για να πάρουμε λίγο αέρα.
Εντάξει, τα τελευταία χρόνια τα έχω περιορίσει τα live –είμαστε και… μεγάλοι άνθρωποι πια–, πάντα όμως θα φέρνω στη μνήμη μου «αξέχαστες στιγμές» κι από τους δύο χώρους, τους οποίους έχω συνδέσει και με άλλα events (φεστιβάλ ελληνικού cult κινηματογράφου, παζάρια δίσκων κ.λπ.).
ΚΑΛΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ να ευχηθώ και πάντα επιτυχίες. 

BLUES REVIVAL 26: LONNIE JOHNSON (1899-1970)

Μπορεί η γενικότερη καλλιτεχνική και η ειδικότερη δισκογραφική καριέρα τού Lonnie Johnson να είχε μια μόνιμη και σταθερή πορεία, από τη στιγμή που εμφανίστηκε για πρώτη φορά, το 1925, μέχρι και τις τελευταίες εγγραφές του το 1969, όμως μόνο μέσα από το blues revival, στις αρχές του ’60, θα κάνει κι αυτός αισθητή την παρουσία του, ηχογραφώντας ανελλιπώς και επαναφέροντας στη μνήμη των blues fans την μακρινή ιστορία του.
Ο Lonnie Johnson, που υπήρξε, εκτός από διακεκριμένος συνθέτης, κιθαρίστας και τραγουδιστής του blues, και βιολιστής (θα πρέπει κάποιος να ανατρέξει στο ξεκίνημα της καριέρας του, για να τον απολαύσει έτσι), θα κάνει το μπαμ ακριβώς στο 1960, όταν θα γράψει για την Prestige / Bluesville το “Blues by Lonnie Johnson”, ένα καθοριστικό LP που θα τον καταστήσει αμέσως βασική μονάδα του καταλόγου της εταιρείας από το New Jersey.
Ακολουθώντας το προσωπικό του όραμα για τη δημιουργία ενός ήχου σύγχρονου, που δεν θα αρνείται την παράδοση (κομμάτι της οποίας είχε ο ίδιος δημιουργήσει), ο Lonnie Johnson θα ηχογραφήσει εξαιρετικά άλμπουμ, σαν τα “Blues & Ballads” και “Losing Game” και κυρίως το “Idle Hours” – την όχι και τόσο απρόσμενη, δηλαδή, συνεργασία του με την κυρία του «κλασικού blues» Victoria Spivey (να υπενθυμίσουμε πως Johnson και Spivey δούλεψαν για πρώτη φορά μαζί το 1928).
Έχοντας συνεργασθεί με τους δύο κατά τεκμήριο μεγαλύτερους συνθέτες της κλασικής jazz, τον Louis Armstrong και τον Duke Ellington, ο Johnson υπήρξε ακόμη ένας από τους πρώτους bluesmen που ηχογράφησαν στην Ευρώπη (Λονδίνο, 1952), αλλά και ένας από τους πρώτους ήρωες του American Folk & Blues Festival (Βρέμη 1963).
Πόσα ακόμη θα προσέφερε στο χώρο είναι άγνωστο, αν δεν πέθαινε από τις επιπτώσεις ενός σοβαρού αυτοκινητικού ατυχήματος, στο Τορόντο, στα 71 χρόνια του.
Δισκογραφία (επιλογή)
1. Blues by Lonnie Johnson – Prestige / Bluesville BV/BVLP 1007 – 1960
2. Blues & Ballads – Prestige / Bluesville BV/BVLP 1011 – 1960 (με Elmer Snowden)
3. Losing Game – Prestige / Bluesville BVLP 1024 – 1961
4. Idle Hours – Prestige / Bluesville BVLP 1044 – 1962 (με Victoria Spivey)
5. Another Night to Cry – Bluesville BVLP 1062 – 1963
6. See See Rider – UK. Storyville 616010 – 1964 (με Otis Spann)
7. Portraits in Blues Vol.6 – DEN. Storyville SLP 162 – 196?
8. Lonnie Johnson – UK. XTRA XTRA 1037 – 1966 (rec. Νέα Υόρκη 1966)

Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

ΑΓΟΡΙΑSTONILIO ο αυτοκράτορας της μπούρδας

Το δεύτερο άλμπουμ των Αγόριαstonilio (Μαρίνος Τζιάρος, Socos, Κυριάκος Βοργιάς, Ντίνος Ξαρχάκος), δυόμισι χρόνια μετά το παρθενικό τους «Paranoika-Παρανόικα», είναι γεγονός. Λέμε για τον «Αυτοκράτορα της Μπούρδας», που διατίθεται σε ψηφιακή έκδοση και βεβαίως σε βινύλιο διακοσίων αριθμημένων αντιτύπων συν 4σέλιδο insert, με στίχους, φωτογραφίες και λοιπές πληροφορίες, από την B-otherSide Records και τα Artracks Recording Studios.
Όπως στο πρώτο long play τους, έτσι και σ’ αυτό τα Αγόριαstonilio… ξεσκίζονται. Παίζουν μανιασμένο punk-rock θέλω να πω, άγριο και σημερινό, στηριγμένοι στην τραγουδοποιία του Socos και στα φωνητικά του Τζιάρου – που για μένα είναι (δεν ξέρω αν το έχω ξαναπεί, νομίζω) ένας από τους καλύτερους, σύγχρονους έλληνες ροκ τραγουδιστές… αν όχι ο καλύτερος. Φυσικά, από δίπλα, το ίδιο αχαλίνωτο στέκει και το ρυθμικό τμήμα (ο μπασίστας Βοργιάς με τον ντράμερ Ξαρχάκο), που κάνει φοβερή δουλειά, ενώ το ίδιο υψηλή είναι και η ηχογράφηση-παραγωγή (με τους Μπόλπαση και Πρινιωτάκη να κάνουν μικρά θαύματα).
Εκείνο που… τρελαίνει στην τραγουδοποιία του Socos είναι αυτές οι μικρές ή μεγαλύτερες, ανεπαίσθητες ή λιγότερο, μελωδίες του, έτσι όπως παρεισφρέουν εκείνες ανάμεσα στα ρυθμικά patterns και στα καταιγιστικά παιξίματα. Αυτό δεν είναι εύκολο, και προσωπικά το ακούω, από παλιά, κυρίως στα συγκροτήματα τού αμερικάνικου punk από τα τέλη του ’70 και τις αρχές του ’80 (Bags, Alley Cats, X κ.λπ.). Προσφέρεται εννοώ, μέσω αυτής ταύτης τής πρακτικής, ένα ξεπέταγμα στα τραγούδια, που τα κάνει να μην ακούγονται κοινότοπα και ίδια, μα απεναντίας… απογειωμένα! Από μουσικής πλευράς εννοώ – γιατί, εδώ, έχουμε και στίχους, ελληνικούς στίχους, οργισμένους, σκληρούς, πολιτικοκοινωνικούς και πάνω απ’ όλα ουσιαστικούς, που έχουν τη δική τους αυτοδύναμη αξία.
Από τα οκτώ τραγούδια του άλμπουμ τα εφτά είναι πρωτότυπα, ενώ υπάρχει και μια φοβερή διασκευή στο “Master of puppets” των Metallica – ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του αμερικανικού συγκροτήματος, που ταιριάζει και από στιχουργικής πλευράς με το ρεπερτόριο των Αγόριαstonilio (σχετικό με τις σκοτεινές ανθρώπινες συνήθειες, ναρκωτικά ή ό,τι άλλο, που εξουσιάζουν τους εαυτούς μας, οδηγώντας μας να γίνουμε δέσμιοι καταστάσεων, τις οποίες δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε).
Το άλμπουμ θα κλείσει με το μεγαλύτερο σε διάρκεια track του σετ, ένα 7λεπτο ακουστικό κομμάτι, που ξεχωρίζει και όχι μόνον γι’ αυτό το λόγο (επειδή είναι ακουστικό εννοώ).
Από τα πιο ενδιαφέροντα άλμπουμ του ελληνικού ροκ, ασυζητητί, που άκουσα μέσα στο 2017. Τώρα, αν είναι «πρώτο» ή «δεύτερο» κ.λπ. αυτό θα πρέπει να το τσεκάρω – αν και δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία.

APHRODITE’S CHILD φωτογραφία

Πηγή: fan page των Aphrodite's Child

Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 56

17/11/2017
Βρέθηκα σ’ ένα ανοιχτό φόρουμ, σχολίασα κάτι αρνητικό, για συγκεκριμένο θέμα, για τη χούντα και μου την έπεσαν αμέσως 5-6 μαλάκες «νοσταλγοί», ενώ, ταυτοχρόνως, δεν βρέθηκε ούτε ένας για να με υποστηρίξει.
Αυτοί οι άθλιοι πριν το ίντερνετ είχαν βάλει την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια, ενώ τώρα βρήκαν χώρο και παίζουν, ισότιμα, με όσους εκφράζουν τη λογική με επιχειρήματα και με αποδείξεις. Δεν είναι όμως μόνον οι «νοσταλγοί», είναι και οι… κρυφονοσταλγοί, που απλώς ακούν χωρίς να συμμετέχουν. Κι αυτοί είναι περισσότεροι…
Αν μπορούσα να τους κλείσω το στόμα, να μη γράφουν εννοώ απύθμενες μαλακίες, θα το έκανα πολύ ευχαρίστως. Τώρα, απλώς, τους λέω να… πα να γ@μηθούνε. 

16/11/2017
Οι μαλάκες που σκέφτηκαν την επαναχρησιμοποίηση μέσω επαναφόρτισης των εισιτηρίων θέλουν να μας στερήσουν την πιο ωραία (και ασυναίσθητη) ικανοποίηση, όταν μπαίνουμε στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Το τσαλάκωμα, το δίπλωμα και την κακομεταχείριση του εισιτηρίου μας, που για μας τους… γεροντότερους, που δεν ασχολούμαστε συνεχώς με τα κινητά μας, είναι η μόνη μας απόλαυση στο λεωφορείο – μαζί φυσικά με το… μάτι μας στον κόσμο (επιβάτες) ή έξω απ’ το παράθυρο. Είμαι κάθετα αντίθετος στην επαναφόρτιση των εισιτηρίων και για τον πολύ απλό λόγο πως τα εισιτήρια ακόμη και μέσα στις τσέπες μας ή στα πορτοφόλια μας θα δεινοπαθούν, με τον κίνδυνο να μην αναγνωρίζονται από τα μηχανήματα. Πέταμα, λοιπόν, μόλις αδειάσουν (για τα μιας διαδρομής δεν το συζητώ καν) και αγορά καινούριων. Άιντε τώρα, με τα ζώα, που θέλουν να μας βάλουν τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι, για τα πιο απλά πράγματα... 

16/11/2017 
Ρε πέθανε ο μέγας Luis Enríquez Bacalov, χθες στα 84 του, και δεν είδα πουθενά ένα RIP. Ντροπή…
UPDATE
Χαίρομαι, γιατί είδαν κάποιοι RIP. Εγώ δεν είδα. Ο Μπακάλοβ υπήρξε πολύ μεγάλος και με τεράστιο έργο κι εδώ αξίζουν τα τρανά αφιερώματα. Όχι σε κάτι... τριτεύοντες (είτε εν ζωή είτε στον άλλο κόσμο).

16/11/2017
>>Μηνυτήρια αναφορά στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατέθεσε η Ρένα Δούρου για την εικόνα της καταστροφής<<
Επιθετικό παιχνίδι από την Περιφέρεια, που τα έχει κάνει όλα τέλεια, δεν έχει ευθύνες και μηνύει άλλους…
>>(Ρένα Δούρου): Θα ήθελα να ευχαριστήσω όσους δεν επιχειρούν αυτή τη στιγμή κανενός είδους τυμβωρυχία και, πρωτόγνωρο, ότι τα πολιτικά κόμματα δεν έχουν επιδοθεί στη λασπολογία και την μικροκομματική λογική.<<
>>(Το ΚΚΕ) επισημαίνει παράλληλα ότι «οι νέες καταστροφές από τις πλημμύρες είναι το χρονικό ενός προαναγγελθέντος εγκλήματος», που «έχει ως βασικό υπεύθυνο την πολιτική, που εφαρμόζουν διαχρονικά όλες οι κυβερνήσεις και σήμερα η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, μαζί με την περιφερειακή και τοπική διοίκηση».<<
Πάρε να 'χεις... 

15/11/2017 
>>Ο Αλέξης Τσίπρας κήρυξε εθνικό πένθος<< 
Τρίχες. Βαθιά το χέρι στην τσέπη πρέπει να βάλει, άμεσα, να αποκαταστήσει ζημιές και υποδομές και μετά να ψάξει να βρει τι φταίει (μπαζώματα, παρατυπίες, αυθαιρεσίες, πολεοδομίες, εισπρακτικές νομιμοποιήσεις αυθαιρέτων…) και όλα τούτα μέχρι την επόμενη καταστροφή... 

14/11/2017 
Έχει γέλιο αυτό που συμβαίνει με την «κεντροαριστερά». Όλοι οι σχετικοί μολυβοσπρώχτες, στα γνωστά και μη εξαιρετέα σάιτ, είναι σε κατάσταση groggy – ζαβλακωμένοι εννοώ από τα απανωτά χτυπήματα της πασοκίλας, που ακόμη έχει τον τρόπο να… μεθάει τον ήλιο (έστω και τον ξεθυμασμένο τού καταχείμωνου). 
Το ΠΑΣΟΚ είναι κόμμα πάντως, όχι παπάρια –εννοώ Ελιές και Ποτάμια–, που έχει ακόμη γερούς μηχανισμούς και ρίζες στην κοινωνία και… δύσκολα θα βγει η ψυχή του. Δυο Πασόκοι λοιπόν, πρώτοι-πρώτοι, και κάτι Θοδωράκηδες και κάτι Καμίνηδες μόνοι στο πάρτυ με… χορούς του Ζαλόγγου.
Tούτο δεν μπορούν ακόμη να το χωνέψουν τα φιλελέδια κι έχουν σηκώσει μαύρα πανιά – με τις κακίες, για το πράσινο στρατόπεδο, να δίνουν και να παίρνουν. Αν βγει, δε, και η Φώφη την Κυριακή, όπως είναι το πιο πιθανό (παρά τον ξεσηκωμό των δεξιο-φιλελέδεων, τάχα, κατά των «τζακιών» και υπέρ των νέων και αφθάρτων), βλέπω διάλυση στη… συμπαράταξη, με τους ΚαμινοΘοδωράκηδες να οδεύουν προς άλλο, νέο, κόμμα-καφενείο. Ή και σε απλό καφενείο…

14/11/2017
Ξεκινούν οι διορισμοί στο Δημόσιο και ο Νιόνιος αρχίζει να μαζεύει μόρια…

14/10/2017
100 ΧΡΟΝΙΑ
Τροτσκιστής δεν είμαι, αλλά διαβάζοντας το βιβλίο του Λέοντος Τρότσκι «Λογοτεχνία και Επανάσταση» [Προμηθέας, 1966] σε μετάφραση Μιχάλη Λίλλη –υπάρχει και νεότερη έκδοση, στο Παρασκήνιο από το 2003– υποκλίνομαι στο γνωστικό βάθος και στην αναλυτική σκέψη τού ανδρός για τα ζητήματα της λογοτεχνίας. 
Το πιο εντυπωσιακό κεφάλαιο του βιβλίου είναι εκείνο στο οποίον ο Τρότσκι τα «χώνει», όπως λέμε, στο ρώσικο φορμαλισμό (Βίκτωρ Σκλόφσκυ, Ρόμαν Γιάκομπσον, Αλεξάντερ Κρουτσόνιχ κ.ά.), δίχως πάντως να τον απορρίπτει 100%, κατηγορώντας τους φορμαλιστές ως… στατιστικολόγους των γραμμάτων. Για τον Τρότσκι η κοινωνική και η ψυχολογική άποψη είναι η μόνη που δίνει έννοια στο λεκτικό υλικό, εν αντιθέσει με τους φορμαλιστές που ενδιαφέρονταν κυρίως για το «σιγύρισμα» της έκφρασης.
Απολαυστικό ανάγνωσμα… και όταν γράφει ο Τρότσκι για τον Γεσένιν, τον Μαγιακόφσκι, τους Ιταλούς και Ρώσους φουτουριστές και άλλα πολλά...

13/11/2017
E εσείς… καραμήτροι της «κεντροαριστεράς» μην κάνετε όνειρα για καρέκλες, αν δεν γλείψετε πρώτα τον Τσίπρα. Είδατε τι μοίρασε απόψε στο λαό; Σκεφτείτε τι θα γίνει πριν τις εκλογές… 
Οι Γερμανοί γουστάρουν Τσίπρα με χίλια. Έχουν βρει πρωθυπουργό μέχρι το 2060… Μαζί με τον ΚιμΓιογκΟύν θα πέσει... 

13/11/2017
Τους 210 χιλιάδες, που πήγαν και ψηφίσανε για την μπάτε σκύλοι αλέστε «κεντροαριστερά», το πάλαι ποτέ ΠΑΣΟΚ τούς είχε για προσάναμμα. Ένα τσα έκανε και κατέβαζε διπλάσιους στο Σύνταγμα. Φώφη ήσουνα σε τετρακινητήριο και κατέληξες με το ζόρι σε πατίνι. Σ’ έχω δε, μέχρι να γίνουν οι εκλογές, να βλέπεις την πλάτη ακόμη και των αντιμνημονιακών (κάτι Καζάκηδες και κάτι τέτοιους). 
Για δε τους υπόλοιπους χαμένους της μεγάααλης δημοκρατικής παράταξης… O… Θοδωράκης δεν κάνει για να κουμαντάρει ούτε ταβέρνα ως γνωστόν, ενώ ο Καμίνης καλά θα κάνει να πάει να μαζέψει κανα σκατό (γι’ αυτό τον ψήφισαν όσοι τον ψήφισαν), μιας και η Αθήνα είναι βουτηγμένη στο κάτουρο και την κουράδα, και ν’ αφήσει κατά μέρος τα αρχηγιλίκια. 

13/11/2017
Μεγάλη αιμορραγία «φίλων» από τότε που έκανα την ανάρτηση για τον «βαρετό Nick Cave». Αιμορραγία έχω και κάθε φορά που κάνω αναρτήσεις για τα 100 χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης, όπως και για άλλα «σκληρά» πολιτικά ποστ. ΚΑΛΥΤΕΡΑ! Δεν κάνω αναρτήσεις για να είμαι αρεστός σε όλους. Αλλιώς θα έβαζα κι εγώ ηλιοβασιλέματα, φωτογραφίες της μάνας μου από τα σίξτις, γάτες και σκύλους και πιάτα με κολοκύθια και ρίγανη...

13/11/2017 
Δεν μπορώ να καταλάβω ορισμένους –χαζούς να τους πω;– που λένε, Νοέμβριο μήνα, πως… χάλασε ο καιρός επειδή βρέχει! Αν είναι δυνατόν!
O καιρός έχει χαλάσει τέτοιαν εποχή, όταν βγαίνεις έξω με το πουκάμισο και σκεπάζεσαι ακόμη, τη νύχτα, με ελαφριά κουβέρτα.
Για τους τώρα και πάντα βρεγμένους... Και για τη βροχή φυσικά, που πέφτει δυνατά… 

13/11/2017
Κάποιοι λένε πως τα capital controls θα τελειώσουν (τα θυμόσαστε; – υπάρχουν ακόμη) όταν η «Α»ΑΔΕ (η «Ανεξάρτητη» Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που κυβερνά οικονομικά τη χώρα) θα έχει μαζέψει από τους φτωχολογαριασμούς των καταθετών και τα τελευταία δίφραγκα.

Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

ΜΙΜΗΣ ΠΛΕΣΣΑΣ «Εκείνη τη Νύχτα» - ένα άλμπουμ (και) για το Πολυτεχνείο

Ο δίσκος «Εκείνη τη Νύχτα» [Lyra SYLP 3712, 1974] δεν είναι από τους πιο γνωστούς του Μίμη Πλέσσα και μάλλον, σαν άκουσμα, είναι και από τους λιγότερο ενδιαφέροντές του – εκείνης τής πολιτικά μεταβατικής εποχής (από Χούντα προς Μεταπολίτευση). Εννοώ πως, για μένα, είναι κατώτερος από τα άλμπουμ «Θάλασσα, Πικροθάλασσα…» (1973), «Για μια Σταγόνα Αλάτι» (1973), «Λουκιανού Νεκρικοί Διάλογοι» (1974), «Παράσταση» (1974) κ.λπ. Παρά ταύτα θα πω πως είναι ένα ενδιαφέρον και σίγουρα ιστορικό LP, που γράφτηκε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, για να κυκλοφορήσει τελικώς το φθινόπωρο του 1974 (Οκτώβριο προς Νοέμβριο). Πριν πούμε κάποια λόγια για το άλμπουμ να παραθέσουμε το μεγαλύτερο μέρος ενός κειμένου τού Βασίλη Βασιλικού, που υπάρχει στο μέσα μέρος του gatefold
«Έπειτα από επτάχρονη και πλέον απουσία, επιστρέφοντας στην Πατρίδα, ανακαλύπτω με χαρά πόσο οι άνθρωποι που αγάπησα, που πίστεψα, που έγραψα γι’ αυτούς στα βιβλία μου, στάθηκαν ηρωικά στο ύψος τους, στο ταμπούρι του αγώνα. Ένας απ’ αυτούς και ο Καλαμαριώτης (σ.σ. πραγματικό όνομα Γιώργος Μπέρτσος – από τους δημοσιογράφους που βοήθησαν αποφασιστικά στην έρευνα που ακολούθησε της δολοφονίας του Λαμπράκη), πρωταγωνιστής του βιβλίου μου “Z” στο ρόλο του δημοσιογράφου Αντωνίου(…). Εδώ, στο δίσκο αυτόν, ο συνθέτης Μίμης Πλέσσας ξεπέρασε αληθινά τον εαυτό του και τα πλαίσια κάθε προηγούμενης δουλειάς του, έχοντας πολύτιμο σύμμαχο τη δυνατή, τη συναρπαστική ποίηση του Καλαμαριώτη και τη συνεργασία νέων παιδιών.(…). Με συγκίνηση δέχομαι την τιμή να προλογίσω αυτό το έργο, που ξετυλίγοντας με ευρηματικό τρόπο στο πρώτο του μέρος όλο εκείνο το “ξέφτισμα” που προηγήθηκε από τη δικτατορία, φτάνει στις μέρες του σκοταδισμού, στη Νύχτα της μεγάλης Παρασκευής, “σ’ εκείνη τη Νύχτα” που έφερε την Αυγή!».
Ο Βασιλικός δίνει ένα σαφές πολιτικό στίγμα σχετικό με το άλμπουμ – και το λέω τούτο, επειδή στο δίσκο οι καταστάσεις δεν τραγουδιούνται με τα ονόματά τους, αλλά κάπως… περιφερειακά. Ενώ, ίσως να κάνει εντύπωση και το γεγονός πως πουθενά δεν αναφέρεται-αναγράφεται η λέξη «Πολυτεχνείο».
Για το δίσκο είχε μιλήσει ο ίδιος ο Μίμης Πλέσσας στο περιοδικό οικογενειακός ΘΗΣΑΥΡΟΣ, τεύχος #380 τής 12ης Νοεμβρίου 1974 και αυτά τα λόγια τα μεταφέρω, τώρα εδώ, ολάκερα:
«Το έργο εκφράζει τις θέσεις του σκεπτόμενου και ελεύθερου ανθρώπου, στα όσα συνέβησαν τα τελευταία χρόνια πριν από την δικτατορία και στα χρόνια του σκοταδισμού. Είναι ακριβώς εκείνη η μεγάλη νύχτα του σκοταδισμού και της εξαθλιώσεως όλων των ανθρωπίνων ιδανικών.
Το έργο χωρίζεται σε δύο μέρη.
Το πρώτο μέρος που τιτλοφορείται “Το Ξέφτισμα” περιλαμβάνει έξη τραγούδια, που δεν αλλάζουν σε μορφή από τα τραγούδια που ακούμε αυτά τα χρόνια. Περιγράφουμε όλα εκείνα που έκαναν τον κόσμο να φθάση με μειωμένη αντίδρασι στην δικτατορία.
Η δεύτερη όψι και στιχουργικά και μουσικά είναι ουσιαστική, σημαντική και πρωτοπόρα. Αυτά τα επίθετα ανταμώνονται σε κάθε στιγμή του έργου. Νέοι ρυθμοί, νέα ακούσματα και αλήθειες ειπωμένες απλά, ανθρώπινα και απέριττα. Εδώ περιγράφεται η σιωπηλή, πικρή 7ετία από την πρώτη μέρα της δικτατορίας “Πήρε ο χάρος χρώματα και έτρεξε ξημερώματα να στήση καβαλλέτο”. Ακολουθεί ένα αφιέρωμα στο πρώτο θύμα της δικτατορίας, τον Νικηφόρο Μανδηλαρά “Αίμα και θάλασσα μέσα στα δυο του μάτια και ένα κορμί κομμάτια δεμένο στα σκοινιά”. Έρχονται έπειτα οι συλλήψεις με εκείνο το πικρό παράπονο της μάνας “Χαράματα σε παίρνουνε παιδί μου πού σε πάνε” και πάλι το “νανούρισμα” που λέει η χαροκαμένη μάνα.
Το έργο τελειώνει με την γιορτή που στήνουν τα παιδιά, γιατί δέσανε τον χορό με την κλωστή της λευτεριάς “και το χοροδραπάνι τού το κάνανε στεφάνι τους”».
Υπάρχει λοιπόν η λαϊκή αφήγηση και αφηγηματικότητα στους στίχους τού Καλαμαριώτη, και βεβαίως οι ανάλογες έντεχνες / λαϊκές / και-κάπως-θεατρικές μουσικές του Πλέσσα, που εμφανίζουν και κάποια (ελάχιστα) ίχνη μουσικής πρωτοπορίας – κυρίως όσον αφορά στο ανακάτεμα των ρυθμών, τις ενορχηστρωτικές μικροπαρεμβάσεις (ακόμη και στις παρυφές του ροκ, στο πιο ενδιαφέρον κομμάτι της δεύτερης πλευράς, το φερώνυμο με τον τίτλο του δίσκου, που αποδίδει η Μαρία Δουράκη).
Στο άλμπουμ συμμετείχαν επίσης ο Δημήτρης Ψαριανός, ο Βλάσσης Μπονάτσος και η Ελένη Βιτάλη – νεαροί, οπωσδήποτε, τραγουδιστές της εποχής, που ακούγονταν στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, άλλος περισσότερο και άλλος λιγότερο, εκεί γύρω στο 1974.
Το ωραιότερο τραγούδι του άλμπουμ φρονώ πως το λέει ο Δημήτρης Ψαριανός και είναι το τελευταίο της πρώτης πλευράς, το «Ποιος ζει και ποιος πεθαίνει», ενώ πολύ καλό είναι και το «Συνήθεια», πάντα από την Side A, με την Ελένη Βιτάλη. Απεναντίας εντελώς out είναι ο μακαρίτης ο Μπονάτσος, που… γκαρίζει και είναι έξω από το κλίμα του δίσκου.
Στον οικογενειακό ΘΗΣΑΥΡΟ υπάρχει μια φωτογραφία του εξωφύλλου, στην οποία το χέρι είναι κάπως κοκκινισμένο προς τα δάχτυλα (ίδιο με την απόχρωση των γραμμάτων τού τίτλου) και όχι εντελώς ασπρόμαυρο, όπως είναι στο cover που κυκλοφόρησε. Δεν ξέρω αν παρενέβη κάποιου τύπου λογοκρισία, από τη μεριά της εταιρείας ή από αλλού, και… παραμερίστηκε το (κόκκινο) αίμα. Δεν το αποκλείω πάντως…