Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΜΑΡΙΔΑΚΗΣ για το τρίτο άλμπουμ του «Βάρκα στο Σπίτι»

Έχουμε γράψει και για τους δύο προηγούμενους δίσκους τού Λεωνίδα Μαριδάκη, το «Αβάδιστα» (2005) και το «Σε Βάθος Δρόμου» (2010) και τώρα θα πούμε κάποια λόγια για τον τρίτο του και πλέον πρόσφατο, το «Βάρκα στο Σπίτι» [Μετρονόμος, 2017]. Ο Μαριδάκης είναι ένας τραγουδοποιός με κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία επιβεβαιώνονται και στο παρόν CD του.
Αν ξεκινήσουμε από τη μουσική (σε όλα τα τραγούδια οι μελοποιήσεις των στίχων είναι δικές του). Εδώ, ο Μαριδάκης φαίνεται, σε πολλά από τα τραγούδια του, πως γράφει μουσικές… γιορταστικές, ευχάριστες (ασχέτως αν μ’ αυτές μπορείς να πεις ευχάριστα ή λιγότερα ευχάριστα πράγματα, πιο σοβαρά ή πιο ανάλαφρα). Μιλάμε για τις διάφορες… αποχρώσεις τού λάτιν κυρίως, αλλά και βαλσάκια, εθνο-τρόπικαλ και τ’ ανάλογα, μουσικές που εδώ στην Ελλάδα τις κατατάσσουμε συνήθως στις «χαλαρές», και τις οποίες, τις πιο πρόσφατες δεκαετίες, τις γνωρίσαμε στο χώρο του τραγουδιού μας από τον Λουκιανό Κηλαηδόνη και τα ακόμη πιο κοντινά χρόνια από τον Γιώργη Χριστοδούλου ή και τον Κωστή Μαραβέγια. Εντάξει, μπορεί να μην είναι όλα τα τραγούδια σ’ αυτά τα στυλ που προαναφέραμε, καθώς εδώ ακούγεται ακόμη και country («Ο δαίμων του τυπογραφείου») ή έντεχνο (στο «Σπίτι στο δρόμο» – ίσως το πιο αταίριαστο, σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα, τραγούδι του άλμπουμ, στηριγμένο σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου), είναι όμως κυρίαρχα.
Από πλευράς στίχου τώρα. Από τα έντεκα τραγούδια του δίσκου ο Μαριδάκης έχει γράψει αποκλειστικώς στίχους σε δύο. Σε τέσσερα έχει γράψει η Νικόλ Κατσάνη (σε δύο μαζί με τον Μαριδάκη), ενώ από ένα ανήκει στους Πάνο Αντωνάτο, Μάρκο Μαριδάκη, Μάνο Ελευθερίου, Ειρήνη Σουργιαδάκη και Φωτεινή Λαμπρίδη. Θα πω πως αν εξαιρέσεις τους στίχους τού Μάνου Ελευθερίου (που δεν κολλάνε με τους υπόλοιπους – γενικώς, δηλαδή, το τραγούδι δεν σχετίζεται με τα υπόλοιπα, όπως σημείωσα και παραπάνω), όλοι οι άλλοι (στίχοι) είναι συμβατοί μ’ εκείνο που έχει στο νου του ο Μαριδάκης. Και είναι και έξυπνοι και καλογραμμένοι.
Πέραν τούτων, τώρα, οι ερμηνείες (βασικά από τον Μαριδάκη) είναι και αυτές συμβατές με τη γενικότερη αίσθηση και διάθεση, ενώ και οι ενορχηστρώσεις (πάλι από τον Μαριδάκη) είναι εξίσου προσεγμένες έως και ευφάνταστες θα έλεγα ανά σημεία (ακούγονται τρομπέτα, τρομπόνι, βιολιά, πιάνο, μέλοτρον, κιθάρες, μπάσο, ντραμς κ.λπ.).
Γενικώς, το «Βάρκα στο Σπίτι» είναι ένα ευχάριστο άλμπουμ, που έχει απλά και ενίοτε γοητευτικά τραγούδια, που στέκονται χωρίς ζόρια… και όχι σ’ ένα στυλ τράβα-τράβα όλο και κάτι θα βγει.
Επαφή: www.metronomos.gr

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

SATOKO FUJII ORCHESTRA BERLIN / KIRA KIRA η δωδεκάδα των άλμπουμ, που θα κυκλοφορήσει η Satoko Fujii μέσα στο 2018, είναι σε εξέλιξη

Όπως έχουμε ήδη πει η ιαπωνίδα πιανίστρια, συνθέτρια και αυτοσχεδιάστρια Satoko Fujii συμπληρώνει αυτή τη χρονιά τα 60 χρόνια της – κάτι που θα το γιορτάσει, το γιορτάζει δηλαδή, με την κυκλοφορία δώδεκα άλμπουμ της. Θαυμαστικό δεν βάζουμε, καθότι η ήδη «άπειρη» δισκογραφία τής Fujii δεν μας το επιτρέπει…
KIRA KIRA: Bright Force [Libra Records 204-048, 2018]
Οι Kira Kira είναι ένα κουαρτέτο, το οποίο στο παρόν CD αποτελούν ο Natsuki Tamura τρομπέτα, ο Αυστραλός Alister Spence fender rhodes, εφφέ και γενικότερη προετοιμασία, η Satoko Fujii πιάνο και ο Ittetsu Takemura ντραμς. O Αυστραλός είναι γνώριμος της Fujii και του Tamura από δεκαετίας και μάλιστα, στην αρχή, το κουαρτέτο αποτελούνταν από δύο Αυστραλούς, καθώς τη θέση του Takemura είχε ο Tony Buck των Necks! Καθαρά λόγοι προγραμματισμού ήταν εκείνοι που εμπόδισαν τον Buck να ταξιδέψει στο Τόκυο, τον Σεπτέμβριο του 2017, για να συμμετάσχει στην ηχογράφηση τού “Bright Force”, την οποίαν έφερε τελικώς εις πέρας, άξια, ο Takemura.
Τι έχουμε λοιπόν εδώ; Ένα κουαρτέτο, που παίζει… παπάδες. Πέντε έξοχες συνθέσεις (η τρίτη αποτελείται από τρία μέρη κι έτσι γίνονται πέντε), γεμάτες με παθιασμένα και ορμητικά παιξίματα, σε συντονισμό με αναφορές από την free και το improv, μέχρι και το rock.
Το άλμπουμ ανοίγει με το 10λεπτο “Because of the sun” τού Alister Spence. H εισαγωγή, που μοιάζει με… rock εισαγωγή, είναι απλώς το όριο, που αυτοστιγμεί θα ξεπεραστεί μέσα από το ομαδικό καταιγιστικό παιγνίδι και τα έξοχα σόλι (με την Fujji στην αρχή και τον Tamura εν συνεχεία σαν σε… παραλήρημα). Το 13λεπτο “Nat 4” που ακολουθεί (σύνθεση του Tamura) είναι το ίδιο ορεξάτο με το προηγούμενο, διαθέτοντας έναν πάντα… εκτός περιγραφής Tamura, άπιαστο rock σόλο ντραμς από τον Takemura, μελωδικά και ρυθμικά γεμίσματα από την Fujii και μετά το 8:50 εντυπωσιακές ηχοπλοκές από τον Spence στο ηλεκτρικό πιάνο, με παράλληλη χρήση ηλεκτρονικών προς μια τελείως avant-rock R.I.O. φάση. Το άλμπουμ θα ολοκληρωθεί με το τριμερές (η διάρκεια των τριών μερών είναι δώδεκα, δώδεκα και έντεκα λεπτά αντιστοίχως) “Luna lionfish” της Fujii. Το πρώτο μέρος είναι ίσως το πιο υπαινιχτικό πειραματικό, με… αθόρυβη δουλειά απ’ όλους, με το δεύτερο (μέρος) να μπαίνει χωρίς κενό οδηγούμενο προς μια… σοφτ-μασινική εκτροπή, πιο άγρια θα έλεγα και ακόμη πιο ριζοσπαστική (φοβερή η Fujii σε πρώτο πλάνο, στην αρχή, με τις δυνατές «κρατημένες νότες» και εν συνεχεία με το πυρηνικό σόλο της, για ν’ ακολουθήσει ο Tamura και όλοι μαζί, στη σειρά, κινούμενοι στο ίδιο αγριεμένο, ελεύθερο, πλαίσιο) και με το τρίτο (μέρος), πάλι με το πιάνο-γέφυρα της Fujii, να περιλαμβάνει τα πάντα (αλλά κυρίως ένα σόλο ντραμς του Takemura… σκέτη πανωλεθρία).
Τέτοια άλμπουμ δεν τα βαριέσαι όσες φορές και να τ’ ακούσεις, γιατί πάντα, για τ’ αυτιά ακόμη και του πιο προσεκτικού ακροατή, έχουν τον τρόπο να… ανανεώνονται από μόνα τους!
SATOKO FUJII ORCHESTRA BERLIN: Ninety-Nine Years [Libra Records 211-047, 2018]
Η Satoko Fujii Orchestra Berlin είναι ένα από τα τελευταία μεγαλόπνοα projects τής Satoko Fujii. Βασικά, η ορχήστρα παρουσιάστηκε πριν από τρία χρόνια μέσω τού άλμπουμ “Ichigo Ichie” [Libra Records]. Και όπως είχαμε σημειώσει τότε, όταν το παρουσιάζαμε: «Αν και η Fujii ζει στο Βερολίνο από το 2011, μόλις τον τελευταίο καιρό κατόρθωσε να φέρει εις πέρας ένα σχέδιό της – να δώσει υπόσταση δηλαδή σε μιαν ορχήστρα, που να έχει για έδρα της την πόλη στην οποία ζει και εργάζεται. Κάτι που, έτσι κι αλλιώς, έχει τη σημασία του, αν σκεφθούμε πως η Fujii έχει πάθος με τις ορχήστρες έχοντας ιδρύσει… διάφορες σε διαφορετικές πόλεις (Νέα Υόρκη, Τόκιο, Ναγκόγια, Κόμπε – άπασες και με τις σχετικές ηχογραφήσεις)».
Στην παρούσα φάση η Satoko Fujii Orchestra Berlin αποτελείται από τους Matthias Schubert, Gebhard Ulmann τενόρο σαξόφωνα, Paulina Owczarek βαρύτονο σαξόφωνο, Richard Koch, Lina Allemano, Natsuki Tamura τρομπέτες, Matthias Müller τρομπόνι, Jan Roder μπάσο και Michael Griener, Peter Orins ντραμς. Με ρεπερτόριο εξ ολοκλήρου συντεθιμένο από την Fujii (ηχογράφηση στο Βερολίνο τον Απρίλιο του 2017) και με τη δημιουργική διάθεση στα ύψη, η ορχήστρα, αν και δεκαμελής, έχει την... άνεση και την ευλυγισία να μεταφέρει σ’ ένα πρώτο φανερό επίπεδο όλα εκείνα τα vibes, που να μπορεί να συντεθούν προς ένα τελικό και σε κάθε περίπτωση ανομολόγητο swinging. Μεγάλη η προσφορά, εδώ, του rhythm section, που πραγματικά αλλάζει τα δεδομένα (απίστευτος ο μπασίστας Roder –και δεν αναφέρομαι μόνο στη σόλο εισαγωγή του στο 13λεπτο φερώνυμο track– και εκπληκτικό το διπλό συντονισμένο drumming των Griener και Orins), σπρώχνοντας και αυτό το άλμπουμ της σπουδαίας Ιαπωνίδας προς τα όρια της αληθινής απόλαυσης.
Επαφή: www.satokofujii.com

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

#alphasigma / THE PITCH: πειραματικά ηλεκτρονικά ελληνικής παραγωγής (από Ελλάδα και Γερμανία)

Όπως διαβάζω στο site τής (ελληνικής) Granny Records οι Pitch είναι ένα κουαρτέτο, με έδρα το Βερολίνο, που υφίσταται από το 2009. Μέλη των Pitch είναι οι Boris Baltschun ηλεκτρικό pump όργανο, computer, Koen Nutters κοντραμπάσο, Morten J. Olsen βιμπράφωνο, cassette delay (γνωστός μουσικός και από άλλα προχωρημένα projects – «χτύπαει» όποιος θέλει το όνομά του στο search του δισκορυχείου) και Michael Thieke κλαρινέτο, με το The Pitch να αποτελεί την πιο πρόσφατη δουλειά τους. Το γκρουπ, βάσει των στοιχείων του discogs, έχει κυκλοφορήσει έως σήμερα τρία LP, ένα flexi 7ιντσο, μια κασέτα και μια διπλή κασέτα, ενώ κασέτα είναι και το παρόν ηχογράφημα «κομμένο» από την Granny σε 120 αντίτυπα.
Στην πρώτη πλευρά καταγράφεται το σχεδόν 20λεπτο “Molecular motion”. Η σύνθεση δεν έχει ιδιαίτερες αλλαγές και εκπλήξεις στο χρονικό της διάβα. Πρόκειται για ένα σύστημα ήχων, όχι εντελώς ακαθόριστων πάντως, αλλά minimal λογικής οπωσδήποτε, από το οποίο (σύστημα) δεν αποκλείονται και κάποιοι «λογικοί» βόμβοι, έτσι όπως το πράγμα εξελίσσεται στο χρόνο με ελαφρώς και κατά τόπους αυξανόμενη ένταση. Το μανιπουλάρισμα που συμβαίνει μετατρέπει τα παραγόμενα ηχοχρώματα σε μιαν «αλοιφή», ακόμη και space αισθητικής, με την αργή και ανεπαίσθητη εξέλιξη πάντα να κυριαρχεί (μιαν εξέλιξη που δεν αποκλείει στην πορεία και κάποια ελαφρά «γεμίσματα» από το βιμπράφωνο κ.λπ.).
Ο τίτλος του κομματιού τής δεύτερης πλευράς είναι “Pillars” και… παρότι τα κύρια χαρακτηριστικά τής μουσικής των Pitch (όπως τα περιγράψαμε παραπάνω) είναι βασικά τα ίδια, εντούτοις το ακρόαμα είναι διαφορετικό.
Από την αρχή σχεδόν εγκαταλείπεται η αργή μονοτονία, καθώς τούτη «κόβεται» από ακόμη πιο πολλά breaks και περισσότερες μικρο-επεμβάσεις πάνω στο βασικό «χαλί» (που είναι αδιαπέραστο και ρέει με λίγες τονικές αλλαγές στο background). Το κομμάτι κυλάει με τελετουργική άνεση, διατηρώντας θα λέγαμε αναλλοίωτα τα κοσμικά χαρακτηριστικά του.
Οι #alphasigma είναι μια μικρή ομάδα που αποτελείται βασικά από τους Σπύρο Χαρμάνη και Λάμπρο Ζαφειρόπουλο (γνωστοί μουσικοί από το Βόλο, στοιχεία για τους οποίους μπορείτε να βρείτε ψάχνοντας και στο δισκορυχείον), όπως και από την Εύα Ματσίγκου εν προκειμένω, που χειρίζεται θερεμίνη.
Το music for your shitty laptop speakers [Hxoi kato apo to spiti, 2018], που είναι η παρθενική κυκλοφορία τους σε δισκέτα 3,9 ιντσών(!), αλλά υπάρχει και σε digital μορφή (ευτυχώς), είναι μια σύνθεση δωδεκάμισι λεπτών, που θα την χαρακτήριζες αμέσως-αμέσως ως… πειραματική ηλεκτρονική, με διάφορα field στοιχεία και γενικότερα abstract. Και μάλιστα είναι πολύ ενδιαφέρουσα ως πειραματική ηλεκτρονική, με σωστή ανάπτυξη, σωστή κατανομή των διαφόρων peaks (που μπορεί να ξεκινούν από το σκληρό industrial και να φτάνουν μέχρι και την old school electronic) και πάντα με δημιουργική χρήση των διαφόρων «έτοιμων» εγγραφών. Αξίζει.

Τρίτη, 17 Απριλίου 2018

THE SEX-PIR οι εγγραφές ενός άγνωστου ελληνικού συγκροτήματος από τη δεκαετία του ’60, που έδρασε στην πρώην Δυτική Γερμανία, βγαίνουν τώρα στο προσκήνιο

Μία ιδιαίτερη περίπτωση από το χώρο του ελληνικού ροκ έχουμε εδώ. Η «περίπτωση» ονομάζεται Sex-pir, ένα συγκρότημα που φτιάχτηκε στην πρώην Δυτική Γερμανία, στη Στουτγκάρδη, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60 από δύο έλληνες μουσικούς κι έναν Τούρκο (άπαντες μετανάστες προφανώς). Μέλη των Sex-pir ήταν τα αδέλφια Ψωμά, ο Στέφανος σε ρυθμικές-lead κιθάρες, φωνή και ο Μιχάλης σε μπάσο, hammond, φωνή (αμφότεροι, αργότερα, στους αξιόλογους Sun of Greece) και ακόμη ο E. Koloklu σε ντραμς, κρουστά. Σε πρώτο χρόνο οι Sex-pir ηχογράφησαν δύο 45άρια με τα κομμάτια “Arrows fires / Volcano” (1967) και «Καταιγίδα / Το θαύμα είσαι εσύ» (1969) – το δεύτερο στο πασίγνωστο Tonstudio Bauer (στην πόλη Ludwigsburg, πολύ κοντά στην Στουτγκάρδη). Απ’ αυτό το τελευταίο session προέρχονται κάμποσοι ακόμη τίτλοι (ανέκδοτοι έως σήμερα), που μαζί με τους τέσσερις των singles αποτέλεσαν ένα LP δεκατριών tracks (έκδοση τριακοσίων αριθμημένων αντιτύπων), που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό από τα Lost Archives της B-Other Side. Μια ευπρόσδεκτη, οπωσδήποτε, έκδοση αρχείου.
Η «Καταιγίδα», που ανοίγει το άλμπουμ, είναι το ωραιότερο τραγούδι των Sex-pir, καθώς ακούγεται κοντά στο ύφος των Sun of Greece κι εν πάση περιπτώσει είναι αρκετά καλό για ένα ελληνόφωνο ροκ κομμάτι του 1969 (που ακουγόταν, μάλιστα, με ελληνικά στιχάκια σε γερμανικό έδαφος!). Τα περισσότερα από τα υπόλοιπα tracks, τώρα, μπορεί να μην έχουν κάτι ιδιαίτερο να προσφέρουν από πλευράς στίχου (όπως συνέβαινε, τις πιο πολλές φορές, και μ’ εκείνα που ηχογραφούνταν στην Ελλάδα την ίδιαν εποχή), διαθέτουν όμως ωραία παιξίματα στις κιθάρες, ενώ και το όργανο «χαρίζει» όπου συμμετέχει στις ενοργανώσεις. Άλλα σε πιο γρήγορο τέμπο και άλλα πιο αργά, τα κομμάτια των Sex-pir ακούγονται όπως ακούγονται και τα αντίστοιχα ποπ-ροκ της χώρας μας από το δεύτερο μισό των sixties (φαίνεται πως τους φίλους μας τους είχαν επηρεάσει περισσότερο οι Charms και οι Idols φερ’ ειπείν, παρά τα γερμανικά συγκροτήματα της εποχής ή τα βρετανικά – ένα γεγονός όχι και τόσο παράξενο) με τη «Στέλλα» να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα της πρώτης πλευράς, όπως και το «Κυριακή πρωί» που έχει μερικά ενδιαφέροντα περάσματα.
Στη Πλευρά Β το ύφος δεν αλλάζει. Ξανά η αρχή είναι δυνατή με το «Δεν σ’ αγαπώ», που στέκεται καλά σε όλα τα επίπεδα (ανακάλεσα τραγούδια από το… Pop Festival ’73), ενώ κάποια άλλα κομμάτια, όπως το «Θέλω εσένα», φέρνουν στη μνήμη μου τους Πάροικους, με την απλή αρμονική επεξεργασία τους. Το moody «Ποιος είμαι» είναι μάλλον το ωραιότερο τραγούδι τής πλευράς, η οποία θα κλείσει με τα δύο ορχηστρικά του 1967. Το “Volcano” είναι ένα δυνατό shake (με surf αναφορές), πράγμα που δείχνει πως οι Sex-pir θα μπορούσε να διαπρέψουν, χαλαρά, σαν χορευτική μπάντα, ενώ το ίδιο καλό είναι και το “Arrows flies” (στο ύφος των Ρουμάνων Sincron – όχι του “Einsame pappeln”, μα κάποιων άλλων σκοπών τους).
Το “Sex-pir” είναι μια έκδοση αρχείου (με πολύ καλή ηχογράφηση-παραγωγή, καθώς τα κομμάτια προέρχονται από τις αυθεντικές γερμανικές μπομπίνες, συν ένθετο με την ιστορία του γκρουπ) και ως τέτοια έχει τη σημασία που έχει.
Επαφή: www.b-otherside.gr